Γιώργος Καλογήρου

μουσική θα έκανα όσες ζωές κι αν μου έδινε ο Θεός

Είναι σύνηθες να αποκαλούμε την εορταστική περίοδο των Χριστουγέννων «ημέρες αγάπης». Συνομιλώντας με τον γνωστό συνθέτη και δημοσιογράφο, Γιώργο Καλογήρου, μη θεωρήσετε ότι απομακρυνόμαστε από αυτό το πνεύμα. Το αντίθετο: ο Γιώργος Καλογήρου είναι ένας δημιουργός που βιώνει την πολυετή σχέση του με τη μουσική ως μια επαφή που στηρίζεται στην αγάπη και την αφοσίωση…

Ιδρυτής και επί 25ετία διευθυντής της τοπικής εφημερίδας ΒΕΡΟΙΑ, διευθυντικό στέλεχος στο Δήμο Βέροιας, αλλά κυρίως… συνθέτης με πλούσιο, πάντοτε ποιοτικό καλλιτεχνικό έργο. Ένας άνθρωπος με πάθος για την τέχνη, ανοίγει την καρδιά του στο ARIVE.GR.

arive: Ποια ήταν η αφορμή που σας έκανε να θελήσετε να ασχοληθείτε με τη μουσική και πώς ξεκίνησε τελικά η μουσική σας διαδρομή;

Γ.Κ.: Νομίζω ότι ο άνθρωπος που λατρεύει τη μουσική, γεννιέται με αυτό το πάθος. Ήμουν μικρό παιδάκι και χωρίς καμιά διδασκαλία τραγουδούσα, κάνοντας δεύτερη και τρίτη φωνή. Από εκεί και μετά διάφοροι παράγοντες επηρεάζουν την παραπέρα πορεία του πάνω σ’ αυτήν. Προσωπικά πιστεύω ότι γεννήθηκα για να υπηρετήσω επαγγελματικά την Τέχνη της μουσικής. Οι συνθήκες, την εποχή που έπρεπε να αρχίσω μια τέτοια καριέρα, δεν το επέτρεψαν, όμως η φλόγα που έκαιγε μέσα μου για την θεϊκή αυτή Τέχνη δεν μπορούσε να σβήσει με τίποτα. Έτσι την υπηρέτησα από άλλο μετερίζι, από αυτό του παθιασμένου ερασιτέχνη.

Η μουσική μου διαδρομή ξεκίνησε από τα παιδικά μου χρόνια. Παίζοντας μερικά ακόρντα σε μια παλιά κιθάρα που υπήρχε στο σπίτι μας, έστηνα μουσικές «παραστάσεις», με δικά μου κείμενα και δικά μου επίσης τραγουδάκια, με πρωταγωνιστές τα δυο μικρότερα αδέρφια μου, Ορέστη και Αντώνη. Οι «παραστάσεις» αυτές απευθύνονταν αρχικά στο συγγενικό και φιλικό περιβάλλον και αργότερα στο ευρύτερο κοινό, μέσα από διάφορες εκδηλώσεις (χοροί σωματείων, δραστηριότητες σχολείων κ.λπ.)

arive: Ποιοι συνθέτες και μουσουργοί υπήρξαν πρότυπα για εσάς;

Γ.Κ.: Η καλλιτεχνική μου διαδρομή μέχρι σήμερα εστιάστηκε κυρίως στη λεγόμενη έντεχνη μουσική και στο τραγούδι. Έτσι, δε θα σας μιλήσω για πρότυπα μεγάλων κλασικών συνθετών, που βέβαια δε με άφησαν αδιάφορο. Ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης και ο Ξαρχάκος υπήρξαν για εμένα οι μεγάλες μουσικές μορφές, που άφησαν έργο ανεκτίμητης αξίας, το οποίο λάμπρυνε όχι μόνο το ελληνικό, αλλά και το παγκόσμιο καλλιτεχνικό στερέωμα. Άνοιξαν, ο καθένας χωριστά, καινούργιους μουσικούς δρόμους, οι οποίοι και με επηρέασαν σημαντικά.

arive: Ποια είναι η διαδικασία σύνθεσης ενός έργου; Από πού αντλείτε την έμπνευσή σας;

Γ.Κ.: Στις απλές μορφές σύνθεσης η διαδικασία μπορεί να είναι πολύ εύκολη. Στις σύνθετες μορφές τα πράγματα δυσκολεύουν γιατί χρειάζονται γνώσεις ανώτερων θεωρητικών της μουσικής. Εξηγούμαι: κάποιος που έχει μουσικές ανησυχίες, εύκολα παίρνει ένα μαγνητοφωνάκι και σφυρίζει μια μελωδία, χωρίς να έχει ιδέα από νότες και πεντάγραμμο. Αυτός έχει ήδη συνθέσει ένα μουσικό κομμάτι, που είναι αποτυπωμένο στο μαγνητόφωνο κι από όπου μπορεί να το πάρει ο διαβασμένος μουσικός και να το επεξεργασθεί αναλόγως. Υπάρχουν και ενδιάμεσα στάδια σύνθεσης. Οι δυνατότητες που παρέχει σήμερα η τεχνολογία είναι αφάνταστες.

Όταν πρόκειται για σύνθετης μορφής σύνθεση, ο δημιουργός πρέπει να έχει θεωρητικές γνώσεις μουσικής. Θα γράψει τις εμπνεύσεις του πάνω στο πεντάγραμμο, είτε με την κλασική μέθοδο γραφής (χέρι, γραφίδα, κόλες με πεντάγραμμα) είτε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, χρησιμοποιώντας μουσικά προγράμματα, τα οποία κάνουν «θαύματα».

Υπάρχουν άπειρα ερεθίσματα που μπορούν να με οδηγήσουν στο πιάνο ή στην κιθάρα για ένα καινούργιο, απλό ή σύνθετο έργο. Συναισθήματα, καταστάσεις, εικόνες, στιγμές και άλλα πολλά γίνονται αφορμές για τη δημιουργία ενός μικρού ή μεγαλύτερου μουσικού έργου. Όμως δεν πρέπει να μας διαφεύγει και το γεγονός ότι μουσική γράφεται και ύστερα από παραγγελία. Στην περίπτωση αυτή η έμπνευση αντλείται από το αντικείμενο ή το είδος για το οποίο δίνεται η παραγγελία.

arive: Πώς αισθανθήκατε την πρώτη φορά που ένα έργο σας, γραμμένο με νότες στην παρτιτούρα, παρουσιάστηκε στο κοινό;

Γ.K.: Αν και από πολύ μικρός είχα εισπράξει χειροκροτήματα λόγω των μουσικών «παραστάσεων» που, όπως προανέφερα, έστηνα με τα αδέλφια μου, όταν το 1965 ανέβασε ο Τουριστικός Όμιλος Βεροίας μια μουσικοθεατρική παράσταση σε κινηματογραφική αίθουσα της πόλης μας, με τον τίτλο «Βέροια Μουσική και Φως», στην οποία πρωτοπαρουσιάστηκαν τραγούδια με δική μου μουσική, με τη συνοδεία της μεγάλης ορχήστρας του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας Βορείου Ελλάδος, αισθάνθηκα πως είμαι ο ευτυχέστερος άνθρωπος του κόσμου. Και ήταν πράγματι πολύ σημαντικό, μια μεγάλη Κρατική Ορχήστρα υπό τη διεύθυνση του μαέστρου της, Μενέλαου Σπάθη, να εκτελεί συνθέσεις ενός ερασιτέχνη δημιουργού από την επαρχία. Να σημειωθεί ότι η αίθουσα του κινηματογράφου ήταν υπερπλήρης και το χειροκρότημα των θεατών ασταμάτητο.

arive:Ποιο είναι το κυρίως όργανο, στο οποίο γράφετε συνθέσεις; Και πόσα όργανα εσείς παίζετε τελικά;

Γ.K.: Το πιάνο είναι, αναμφισβήτητα, το όργανο που προσφέρεται περισσότερο για να γράψει κανείς μουσική. Αυτό, κυρίως, χρησιμοποιώ κι εγώ όταν πρόκειται ιδίως για σύνθετη δουλειά. Αν χρειαστεί να γράψω μια απλή μελωδία, χωρίς να έχω κοντά μου μουσικό όργανο, μπορώ να το κάνω γράφοντας τις νότες σε πεντάγραμμο, με τη μέθοδο του solfege.

Έκανα μαθήματα κιθάρας επί τρία χρόνια στη Βέροια με τον Γιώργο Ζαμπούνη, τρία χρόνια πιάνο στο Ωδείο του Μαρίνου Βασιλειάδη στη Βέροια και άλλα τρία χρόνια πιάνο και θεωρητικά στη Θεσσαλονίκη με τον συνθέτη και καθηγητή του Κρατικού Ωδείου της συμπρωτεύουσας Φώτη Ζερβόπουλο. Τίτλους σπουδών δεν πήρα.

arive: Βλέποντας κάποιος το βιογραφικό σας, καταλαβαίνει ότι έχετε κάνει αρκετές μεγάλες συνεργασίες. Ποια από αυτές ξεχωρίζετε ως την καλύτερη και ποια ως χειρότερη;

Γ.K.: Στη μακρά μουσική πορεία μου έχω συνεργαστεί με πολλούς κορυφαίους Έλληνες μουσικούς, μαέστρους, συνθέτες, εκτελεστές και τραγουδιστές και μου είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσω την καλύτερη ή τη χειρότερη συνεργασία.

Εντούτοις, θα αναφέρω τον Τάκη Αθηναίο που ήταν ο καλύτερος ίσως Έλληνας μαέστρος και ενορχηστρωτής της εποχής του, διευθυντής της δισκογραφικής Εταιρείας CBS-Music Box, με τον οποίο κάναμε αρκετές συνεργασίες και δισκογραφικά και συναυλιακά, με μεγάλη επιτυχία πάντα. Επίσης, τον Μενέλαο Σπάθη, διευθυντή της ορχήστρας του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας Θεσσαλονίκης, ο οποίος, εκτός των άλλων, περιέλαβε στα προγράμματα της ορχήστρας δικές μου συνθέσεις. Επίσης, τον Γιώργο Χατζηνάσιο, με τον οποίο κάναμε κοινές συναυλίες.

Από άποψη τραγουδιστών πανελλήνιας, και όχι μόνο, εμβέλειας, με τους οποίους συνεργάστηκα, θα αναφέρω την ερμηνεύτρια του Θεοδωράκη με την ανεπανάληπτη φωνή, Μαρία Δημητριάδη, τον Γιάννη Πάριο, την Ζωίτσα Κουρούκλη, τον Τέρη Χρυσό, τη Σούλα Μπιρμπίλη που έκανε επιτυχημένη καριέρα και στο εξωτερικό, τον Γιώργο Γερολυμάτο, τον Πέτρο Μήλα, την Πόπη Αστεριάδη, την Ελένη Πέτα.

Μου ζητάτε να σας πω τη χειρότερη συνεργασία μου. Δεν υπήρξε κακή συνεργασία. Θα σας αναφέρω μόνο ένα περιστατικό που συνέβη εδώ στη Βέροια και μου άφησε δυσάρεστες εντυπώσεις.

Ήταν καλοκαίρι του 1965 και ο Δήμος Βέροιας σε συνεργασία με τον Σύλλογο Φοιτητών της πόλης οργάνωσαν μουσική παράσταση στον ανοικτό χώρο του Κέντρου «ΕΛΗΑ», με δική μου μουσική. Ζήτησα από τον Σταύρο Κουγιουμτζή, που ήταν ακόμα στη Θεσσαλονίκη, να αναλάβει τη συγκρότηση και τη διεύθυνση της ορχήστρας, καθώς και την ενορχήστρωση των τραγουδιών (εγώ δεν έκανα ακόμα ενορχηστρώσεις). Δέχθηκε, και οι πρόβες έγιναν στη Θεσσαλονίκη. Μεταξύ των τραγουδιστών ήταν και η πασίγνωστη τότε, Σούλα Μπιρμπίλη (ισάξια της Νανάς Μούσχουρη).

Ήρθε η μέρα της παράστασης και ο χώρος της «Εληάς» γέμισε με χίλιους περίπου θεατές-ακροατές που είχαν πληρώσει εισιτήριο. Αρχίζει το πρόγραμμα και εγώ, παρακολουθώντας από σημείο που δε φαινόμουν, με τις πρώτες νότες απογοητεύομαι από την απόδοση της ορχήστρας. Έχοντας εμπιστοσύνη στον Κουγιουμτζή, δεν είχα παρακολουθήσει τις πρόβες. Σε κάποια στιγμή μάλιστα, η ορχήστρα σταμάτησε να παίζει, από λάθος του διευθυντή της, αν και βεβαίως ξανάρχισε αμέσως. Με το τέλος της παράστασης εγώ ήμουν με ένα κόμπο στο στομάχι και ο κόσμος ενθουσιασμένος, πράγμα που φάνηκε και από το παρατεταμένο χειροκρότημα, καθώς και από τα δημοσιεύματα που ακολούθησαν…

arive: Πώς αποφασίσατε να συμμετάσχετε στο Φεστιβάλ Τραγουδιού της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης; Πώς αισθανθήκατε όταν είδατε τα αποτελέσματα;

Γ.K.: Το Φεστιβάλ Τραγουδιού της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης, τη δεκαετία του 1960, αποτελούσε μεγάλο και σημαντικότατο γεγονός, πανελληνίου ενδιαφέροντος. Είχε διαγωνιστικό χαρακτήρα και συμμετείχαν σε αυτό όλα τα μεγάλα ονόματα των Ελλήνων συνθετών. Ήταν άνοιξη του 1965 και με τον φίλο μου Μιχάλη Μαρμαρά αποφασίσαμε, με αρκετή δόση θράσους, να στείλουμε κι εμείς ένα τραγούδι μας στο Φεστιβάλ. Εκείνος θα έγραφε τους στίχους κι εγώ τη μουσική. Την ιδέα μας την κάναμε πράξη. Το τραγούδι, με τίτλο «Άσπρα φτερά», γραμμένο σε παρτιτούρα, υποβλήθηκε στην προθεσμία που όριζε ο σχετικός κανονισμός και περιμέναμε να μάθουμε αν θα προκριθεί ή όχι. Υποβάλλονταν 300 περίπου κομμάτια από όλη την Ελλάδα και προκρίνονταν 20, τα οποία και ακούγονταν, με τη συνοδεία μεγάλης ορχήστρας, στο Παλαί ντε Σπορ της Δ.Ε.Θ.

Η αλήθεια είναι ότι δεν ελπίζαμε και δεν περιμέναμε να προκριθούμε, δεδομένου ότι είχαμε να συναγωνιστούμε επαγγελματίες συνθέτες πανελληνίου κύρους. Την ημέρα που θα ανακοινώνονταν τα αποτελέσματα, δηλαδή ποια είναι τα 20 τραγούδια που προκρίθηκαν, σηκώθηκα πρωί-πρωί, έτρεξα στο περίπτερο της γειτονιάς μου και αγόρασα μια «Μακεδονία». Με τα χέρια μου να τρέμουν, ξεφύλλισα την εφημερίδα και γεμάτος αγωνία βρήκα το σχετικό δημοσίευμα. Τα «Άσπρα φτερά» ήταν μέσα στα 20. Χωρίς να πιστεύω στα μάτια μου, μονολόγησα:

«Αυτό που διαβάζω είναι γραμμένο στην εφημερίδα, δεν μπορεί να το διαγράψει κανένας». Και έτσι βρέθηκα, εγώ ένας νεαρός ερασιτέχνης συνθέτης από την επαρχία, ανάμεσα σε «συναδέλφους» σαν τον Πλέσα, τον Μωράκη, τον Χατζηνάσιο, τον Αλ. Σπάθη, τον Γιάννη Σπανό και άλλους πασίγνωστους μουσικούς, να διεκδικώ μια διάκριση, την οποία και τελικά απέσπασα. Πέραν αυτού πήρα και μια πρωτιά. Το τραγούδι γυρίστηκε σε δίσκο και είμαι ο πρώτος μουσικός από τη Βέροια που μπήκε στη δισκογραφία. Ο δίσκος κυκλοφόρησε και στο εξωτερικό και ακόμα και σήμερα εισπράττω από την ΑΕΠΠΙ εκτελεστικά δικαιώματα (ελάχιστα βέβαια). Στο Φεστιβάλ της Δ.Ε.Θ. μαζί με τον Μ. Μαρμαρά (στίχοι) πήραμε μέρος άλλες δυο χρονιές.

arive: Έχετε γράψει τον ύμνο της «ΒΕΡΟΙΑΣ». Πώς προέκυψε αυτό;

Γ.K.: Η Π.Α.Ε. «ΒΕΡΟΙΑ», πριν αρκετά χρόνια, έπαιζε πάλι στην Α’ Εθνική και πρόεδρός της ήταν ο βιομήχανος Λάκης Πασχαλίδης, ο οποίος και μου ζήτησε να γράψω τον Ύμνο της ομάδας και να φροντίσω να τυπωθεί σε δίσκο. Δέχθηκα ευχαρίστως και μάλιστα χωρίς προσωπική αμοιβή. Έγραψα μουσική και στίχους ,ήρθα σε επαφή με τον μαέστρο Τάκη Αθηναίο, διευθυντή της δισκογραφικής Εταιρείας Music Box και τυπώθηκε το κομμάτι σε βινύλιο και σε δισκάκι 45 στροφών, με χορωδία και ορχήστρα. Μεταγενέστερα, ο Βασίλης Τσαμήτρος, πρόεδρος κι αυτός της Π.Α.Ε. μού είπε σε μια συνάντησή μας : «στους ποδοσφαιρικούς κύκλους των Αθηνών ο ύμνος μας θεωρείται ένας από τους δύο καλύτερους όλων των ομάδων της Α’ Εθνικής.»

arive: Πόσα πράγματα έχουν αλλάξει στη δισκογραφία από τότε που πρωτοεμφανιστήκατε σε σχέση με τη γενική νοοτροπία και το αποτέλεσμα του σήμερα;

Γ.K.: Στη δισκογραφία πρωτοεμφανίστηκα, όπως ήδη σας είπα, το 1965. H τεχνολογία στον τομέα της ηχοληψίας και της αποτύπωσης των μουσικών ήχων σε δίσκο, ήταν πρωτόγονη σε σύγκριση με τα σημερινά δεδομένα. Τα βήματα προόδου που έγιναν είναι ασύλληπτα και δεν μπορούσε κανείς να τα φανταστεί τότε. Από τους δίσκους βινυλίου των 45 στροφών, φτάσαμε στην εποχή της ψηφιακής τεχνολογίας. Με τους υπολογιστές και τα μουσικά προγράμματα που διαθέτουν, γίνονται θαύματα. Ταυτόχρονα όμως, γίνονται και «εγκλήματα» σε βάρος των δημιουργών, με τις παράνομες αντιγραφές και κλοπές πνευματικής ιδιοκτησίας. Οι ελάχιστες δισκογραφικές εταιρείες που απόμειναν, φυτοζωούν. Συνθέτες με τρανταχτά ονόματα προτιμούν να πουλάνε τα έργα τους με τις εφημερίδες παρά μέσα από τα δισκοπωλεία, που και αυτά δύσκολα τα βρίσκεις πια.

arive: Κοιτάζοντας πίσω την καλλιτεχνική πορεία σας, ποιες θεωρείτε τις μεγαλύτερες καλλιτεχνικές επιτυχίες και αποτυχίες σας;

Γ.Κ.: Έχω πίσω μου μακρά μουσική και γενικότερα καλλιτεχνική πορεία. Για να απαντήσω στην ερώτησή σας σωστά, θα έπρεπε να χωρίσω τη διαδρομή μου σε περιόδους. Δεν θα το κάνω γιατί θα πω πολλά και θα κουράσω. Έτσι, θα περιοριστώ αναγκαστικά σε μερικά μουσικά γεγονότα που σημάδεψαν την καλλιτεχνική ζωή μου.

Επιτυχία θεωρώ τη συμμετοχή μου, επί τρεις χρονιές, στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης -και μάλιστα με διακρίσεις- δίπλα σε μεγάλα ονόματα καλλιτεχνών της χώρας μας. Αυτές οι συμμετοχές μου, εκτός των άλλων, μου έδωσαν την ευκαιρία να γνωρίσω ξεχωριστές προσωπικότητες της Τέχνης και των Γραμμάτων. Ακόμα, επιτυχία θεωρώ το γεγονός ότι πρώτος εγώ από την περιοχή μου, όντας ερασιτέχνης, μπήκα στο χώρο της δισκογραφίας, κυκλοφορώντας έργα μου ακόμα και στο εξωτερικό.

Τέλος, επιτυχία θεωρώ και το γεγονός ότι όλοι οι χώροι στους οποίους πραγματοποιήθηκαν συναυλίες και άλλες μουσικές εκδηλώσεις με έργα μου, κατακλείστηκαν στην κυριολεξία από θεατές-ακροατές. Και είναι πάρα πολλές αυτές (οι συναυλίες και εκδηλώσεις), αν γυρίσουμε το κεφάλι πίσω, σε βάθος χρόνου.

Όσο για αποτυχίες, μην το θεωρήσετε εγωιστικό, δεν υπήρξαν στο βαθμό που να τις θυμάμαι. Ξέρετε, είμαι τελειομανής και μελετώ σχολαστικά ό, τι πρόκειται να γίνει και έχει σχέση με εμένα. Άλλωστε, ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που δε μετανιώνουν για ό, τι έκαναν, έστω και με στοιχεία λάθους, αλλά για ό, τι δεν έκαναν.

arive: Μετά από τόσα χρόνια πορείας στο χώρο της μουσικής, αισθάνεστε πληρότητα ως δημιουργός ή υπάρχουν ακόμα όνειρα που μένουν απραγματοποίητα;

Γ.Κ.: Πληρότητα ως δημιουργός δεν πρόκειται να αισθανθώ ποτέ. Ό, τι κι αν έχω κάνει στο χώρο της μουσικής, λίγα ή πολλά, μικρά ή μεγάλα, μπορεί να μου δίνουν ικανοποίηση, όχι όμως πληρότητα. Όσο κι αν μεγάλωσα, εξακολουθώ να προγραμματίζω κάτι, πάντα κάνω όνειρα και δουλεύω καθημερινά για να γίνουν αυτά πραγματικότητα.

arive: Αν ξεκινούσατε από την αρχή, θα ξανακάνατε μουσική;

Γ.Κ.: Σας απαντάω χωρίς σκέψη. Και βέβαια θα έκανα. Και αν οι συνθήκες το επέτρεπαν, αυτή θα ήταν και το κύριο επάγγελμά μου. Με τη μουσική επικοινωνείς με όλους τους λαούς της γης, ζεις στιγμές απόλυτης Νιρβάνας, απογειώνεσαι, ερωτεύεσαι, ευτυχείς. Έχω την αίσθηση ότι τα κύτταρά μου, πλημυρισμένα με μελωδίες, ανανεώνονται συνεχώς. Ναι λοιπόν, μουσική θα έκανα όσες ζωές κι αν μου έδινε ο Θεός.

Πριν κλείσει αυτή η συνέντευξη, θα ήθελα να συγχαρώ θερμά και με ειλικρίνεια, τους ιδιοκτήτες, εκδότες και όλους όσοι εργάζονται για το ARIVE.GR. Ως παλιός εκδότης και δημοσιογράφος μπορώ υπεύθυνα να πω ότι πρόκειται για ένα πολιτιστικό περιοδικό που χαρακτηριστικά του είναι η αρτιότητα, η επιμέλεια, η πληρότητα, το καλό γούστο.

συνέντευξη: πωλίνα-ταϊγανίδου
φωτογραφίες: δέσποινα-φάκα
επιμέλεια: αλέξανδρος-κόγκας + ιάκωβος-καγκελίδης