Γιώργος Μανέκας

το αηδόνι του Βερμίου

Ο Γιώργος Μανέκας γεννήθηκε στη Βέροια από Βλάχους γονείς: πατέρα από το Σέλι και μάνα από την Κουμαριά. Είναι ξυλουργός στο επάγγελμα και από μικρός ασχολείται με την κατασκευή επίπλων. Από τα νεανικά του χρόνια ήδη, αγάπησε το δημοτικό τραγούδι, ιδιαίτερα το βλάχικο. Πιο συστηματικά ασχολήθηκε με το τραγούδι από την ίδρυση, τo 1981, του Συλλόγου Βλάχων Βέροιας, του οποίου είναι ιδρυτικό μέλος. Διετέλεσε, επί πολλές θητείες, μέλος στο Δ/Σ του Συλλόγου Βλάχων Βέροιας, τον οποίον υπηρέτησε κι από τη θέση του προέδρου και αντιπροέδρου. Τα ενδιαφέροντά του περιστρέφονται γύρω από την παράδοση και το βλάχικο τραγούδι, το οποίο μελετά συστηματικά πάνω από τριανταπέντε χρόνια. Καρπός αυτής της ενασχόλησης είναι δύο δίσκοι βινυλίου για λογαριασμό του Συλλόγου Βλάχων Βέροιας, καθώς και τέσσερα προσωπικά CD, όλα με βλάχικα τραγούδια.

arive: Από ποια ηλικία θυμάστε τον εαυτό σας να τραγουδάει;

Γ.Μ.: Άρχισα να τραγουδώ από τα μαθητικά μου χρόνια, όταν η εκάστοτε δάσκαλα άκουγε και δοκίμαζε φωνές για τις σχολικές γιορτές, στις οποίες συμμετείχα. Στα εφηβικά μου χρόνια τραγουδούσα με φίλους σε ταβερνάκια της Βέροιας, αλλά και σε κάθε άλλη ευκαιρία που δινόταν. Με συνοδεία κλαρίνου πρώτη φορά τραγούδησα στο στρατό, σε μια γιορτή του Πάσχα.

arive: Πώς ξεκινήσατε το τραγούδι; Υπήρχε κάποιο μέλος της οικογένειάς σας που τραγουδούσε ή έπαιζε κάποιο μουσικό όργανο;

Γ.Μ.: Κατάγομαι από οικογένειες με βαθιές ρίζες στην παράδοση. Ο πατέρας μου και οι θείοι μου τραγουδούσαν, κατά γενική ομολογία, και πολύ και ωραία. Είχαν πολύ καλές φωνές. Ήταν σε θέση να βγάλουν μόνοι τους ένα γάμο, έναν αρραβώνα ή γενικά ένα γλέντι, τότε που ακόμη τα όργανα δεν υπήρχαν συχνά στα γλέντια. Αυτούς άκουγα κι εγώ και σταδιακά μυήθηκα στην αυθεντική παράδοση. Κοντά τους άρχισα να τραγουδώ κι εγώ.

arive: Ποια ήταν τα πρώτα σας μουσικά ερεθίσματα;

Γ.Μ.: Βλάχικα τραγούδια που τραγουδούσε ο πατέρας μου. Μετέπειτα, άκουγα δίσκους και κασέτες με δημοτικά τραγούδια εκείνης της εποχής, δηλαδή της δεκαετίας του ’70, των τραγουδιστών Μπέλου, Σιάτρα, Κιτσάκη. Άκουγα, επίσης, τους γνωστούς κλαρινίστες, όπως ο Τάσος Χαλκιάς, ο Γρηγόρης και ο Σταύρος Καψάλης, ο Ναπολέοντας Δάμος, ο Ζήσης και ο Κώστας Τσιοτίκας, ο Νίκος Φιλιππίδης και άλλοι, με τους οποίους αργότερα συνεργάστηκα σε συναυλίες και σε εκδηλώσεις. Σήμερα βέβαια, συνεργάζομαι, ατομικά και συλλογικά, με κλαρινίστες της νέας γενιάς, όπως ο Δημήτρης Παράσχος, ο Φώτης Καραβιώτης, ο Κοτσίνης, ο Κουσκουρίδας και άλλοι.

arive: Ποια πιστεύετε ότι ήταν η πιο σημαντική καλλιτεχνική στιγμή σας;

Γ.Μ.: Τραγουδώ για το Σύλλογο Βλάχων Βέροιας από την ίδρυσή του, το 1981. Τη συμμετοχή μου σε όλες τις εκδηλώσεις του Συλλόγου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό τη θεωρώ ξεχωριστή. Αξέχαστη όμως, θα μου μείνει η πρώτη εκδήλωση, το 1982, όταν για πρώτη φορά τραγούδησα στην κατάμεστη -πάνω από χίλια άτομα- αίθουσα του κινηματογράφου Καπρίνη, όπως και η εκδήλωση στο Χώρο Τεχνών, το 2006, με θέμα «Το βλάχικο τραγούδι στα Βαλκάνια». Επίσης, στις πιο σημαντικές στιγμές μου εντάσσω την εμφάνισή μου στο Λονδίνο, σε εβδομάδα Ελληνικής Μουσικής, μπροστά σ’ ένα πολυπληθές κοινό από ξένους, ειδικούς σε θέματα παράδοσης.

arive: Τι σημαίνει για εσάς παραδοσιακό τραγούδι;

Γ.Μ.: Είναι η μνήμη του παρελθόντος, είναι η παιδική μου ηλικία και τα βιώματα, είναι οι πρόγονοί μου. Είναι το τραγούδι που το διακρίνει η αυθεντικότητα, η γνησιότητα. Είναι αυτό που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά με σεβασμό, χωρίς καμιά αλλοίωση. Αντίθετα, ό, τι κυκλοφορεί σήμερα ως παραδοσιακό είναι συνήθως νοθευμένο και αλλοιωμένο, ταγμένο μάλλον στο κυνήγι του κέρδους.

arive: Τα βλάχικα τραγούδια αντανακλούν τη ζωή και τον ιδιαίτερο ψυχισμό των Βλάχων. Τραγούδια αγάπης, αλλά και μοιρολόγια. Ποια τραγούδια σάς έχουν σημαδέψει και ποιο είναι το περιεχόμενό τους;

Γ.Μ.: Τα τραγούδια των Βλάχων αναφέρονται σε όλες τις πτυχές της ζωής τους: στη χαρά και στο γάμο, στη λύπη, στην ξενιτιά, στην αγάπη, στη ζωή των κτηνοτρόφων και των κυρατζήδων και άλλα. Προσωπικά αγαπώ όλα τα τραγούδια, μα πιο πολύ με έχουν σημαδέψει το «Ψηλά στη Μαγούλα» και το «Πότε θα ’ρθει ο ξανθός Μάης». Το πρώτο φαινομενικά κτηνοτροφικό, στην πραγματικότητα όμως εκφράζει έντονα την αγάπη για τη μάνα. Το δεύτερο εκφράζει τον άσβεστο πόθο των Βλάχων, σαν έρθει η Άνοιξη, για τα βουνά.

arive: Οι νέοι ασχολούνται με το παραδοσιακό τραγούδι;

Γ.Μ.: Είναι δύσκολο για τους σημερινούς νέους να αχοληθούν με την παράδοση και ειδικότερα με το παραδοσιακό τραγούδι. Κι αυτό γιατί τους λείπουν τα βιώματα. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής είναι εντελώς διαφορετικός από τον κόσμο που εκφράζει το παραδοσιακό τραγούδι. Και το πιο βασικό: οι νέοι σήμερα έχουν άλλα ερεθίσματα. Παράλληλα, η εμπορευματοποίηση στο χώρο της μουσικής έχει αλλοιώσει εντελώς και το δημοτικό τραγούδι, που λειτουργεί αποτρεπτικά για την επαφή με το γνήσιο τραγούδι. Ωστόσο, η εμπειρία μου από το Σύλλογο Βλάχων Βέροιας όπου γίνεται συστηματική δουλειά, είναι ενθαρρυντική σχετικά με το ενδιαφέρον των νέων. Υπάρχουν πολλά νέα παιδιά που μαθαίνουν παραδοσιακούς χορούς και τραγούδια, και που γενικά, δείχνουν ενδιαφέρον για τον πολιτισμό μας.

arive: Η γλωσσική ιδιομορφία των βλάχικων τραγουδιών θεωρείτε πως είναι μειονέκτημα σήμερα για τους νέους;

Γ.Μ.: Και βέβαια όχι. Τα βλάχικα τραγούδια εκφραζουν την ιδιαιτερότητα των Βλάχων, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην ιστορική τους πορεία. Ένα κομμάτι αυτής της ιδιαιτερότητας είναι και η βλάχικη γλώσσα. Η γλώσσα είναι η ομορφιά τους. Αν την αφαιρέσεις, χάνουν και τα τραγούδια. Όσο καλή και να είναι η μετάφραση ενός βλάχικου τραγουδιού, δεν αποδίδει το συναίσθημά του. Εγώ πιστεύω πως, αν και μπορεί να αποτελέσει ένα αρχικό εμπόδιο, η γλώσσα είναι ένας πρόσθετος λόγος για να δείξουν οι νέοι ενδιαφέρον για το βλάχικο τραγούδι. Μέσα από το τραγούδι μπορούν να μάθουν τη γλώσσα. Ό, τι και να ξέρει κάποιος είναι καλό. Εξάλλου, η μουσική έχει τη δική της γλώσσα. Οι νέοι σήμερα μπορούν να ακούν και να τραγουδούν ακόμη και ξενόγλωσσα τραγούδια, χωρίς να τα κατανοούν!

arive: Τα αυτοσχέδια όργανα, όπως η φλογέρα και το βιολί, που συνόδευαν τις βλάχικες μελωδίες, έχουν αντικατασταθεί σήμερα από τα χάλκινα και τα κλαρίνα. Αποδίδεται καλύτερα και αυθεντικότερα το βλάχικο τραγούδι με τη συνοδεία αυτών των οργάνων;

Γ.Μ.: Παλιότερα οι Βλάχοι, στους γάμους και στα γλέντια, τραγουδούσαν χωρίς όργανα. Ο τσομπάνος, στη μοναχική του ζωή, έκανε αυτοσχέδιες φλογέρες. Αργότερα, μπήκαν τα όργανα: πρώτα τα βιολιά, τα λαούτα και το ντέφι, γιατί μπορούν να συνοδεύσουν τις βλάχικες μελωδίες, και στη συνέχεια βέβαια το κλαρίνο. Τα χάλκινα ήρθαν πολύ αργά, όταν τα γλέντια γίνονταν σε εξωτερικούς χώρους και τα βιολιά δεν ακούγονταν. Προσωπικά θεωρώ πως τα βιολιά και τα λαούτα αποδίδουν καλύτερα τις βλάχικες μελωδίες, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν μπορεί να τραγουδήσει κάποιος και με συνοδεία χάλκινων.

arive: Τα αυτοσχέδια όργανα, όπως η φλογέρα και το βιολί, που συνόδευαν τις βλάχικες μελωδίες, έχουν αντικατασταθεί σήμερα από τα χάλκινα και τα κλαρίνα. Αποδίδεται καλύτερα και αυθεντικότερα το βλάχικο τραγούδι με τη συνοδεία αυτών των οργάνων;

Γ.Μ.: Παλιότερα οι Βλάχοι, στους γάμους και στα γλέντια, τραγουδούσαν χωρίς όργανα. Ο τσομπάνος, στη μοναχική του ζωή, έκανε αυτοσχέδιες φλογέρες. Αργότερα, μπήκαν τα όργανα: πρώτα τα βιολιά, τα λαούτα και το ντέφι, γιατί μπορούν να συνοδεύσουν τις βλάχικες μελωδίες, και στη συνέχεια βέβαια το κλαρίνο. Τα χάλκινα ήρθαν πολύ αργά, όταν τα γλέντια γίνονταν σε εξωτερικούς χώρους και τα βιολιά δεν ακούγονταν. Προσωπικά θεωρώ πως τα βιολιά και τα λαούτα αποδίδουν καλύτερα τις βλάχικες μελωδίες, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν μπορεί να τραγουδήσει κάποιος και με συνοδεία χάλκινων.

arive: Τα βλάχικα τραγούδια διατηρήθηκαν χάρη στη συλλογή και την καταγραφή των τραγουδιών, που προέρχονται από την πλούσια προφορική παράδοση των Βλάχων και είναι αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας και πολύχρονου μόχθου. Πιστεύετε ότι οι επόμενες γενιές θα συνεχίσουν το έργο της διατήρησης αυτών των τραγουδιών;

Γ.Μ.: Ο τρόπος ζωής άλλαξε, άλλαξε και η διασκέδαση, όχι πάντα προς το καλύτερο. Επομένως, υπάρχει κίνδυνος να χαθεί το βλάχικο τραγούδι. Τα τελευταία χρόνια, μεμονωμένα άτομα και Σύλλογοι, έχουν συλλέξει και καταγράψει πάρα πολλά βλάχικα τραγούδια και έχουν συμβάλλει στη διάσωσή τους. Πολύ ενθαρρυντικό είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες έχουν κυκλοφορήσει πολλά CD με βλάχικα τραγούδια. Σήμερα, λόγω της τεχνολογίας, ό, τι γράφεται δε χάνεται. Πάντως, και οι νέοι μπορούν να συμβάλλουν στη διατήρηση της παράδοσης. Η στροφή τους τα τελευταία χρόνια και η συμμετοχή τους στους Συλλόγους αυτό δείχνει. Όμως, σημαντική θα είναι η συμβολή της πολιτείας για τη διάσωση των δημοτικών τραγουδιών. Αρκεί το ενδιαφέρον.

arive: Υπάρχουν βλάχικα τραγούδια με αναφορές στην πόλη μας;

Γ.Μ.: Οι Βλάχοι στην περιοχή μας, όπως βέβαια και στην υπόλοιπη Ελλάδα, μοίραζαν παλιότερα τη ζωή τους ανάμεσα στον κάμπο και στο βουνό. Κύριο τόπο κατοικίας θεωρούσαν όχι τη Βέροια, αλλά το Σέλι, το Ξηρολίβαδο, την Κουμαριά. Επομένως, τα πιο πολλά τραγούδια τους αναφέρονται σε αυτά τα χωριά. Δε λείπουν όμως αναφορές και στη Βέροια, όπως το «Φέτος δεν έρχονται οικογένειες από τον κάμπο, δεν έρχονται οικογένειες από τη Βέροια…» και το ‘Iaduti, Lena, layiatru, layiatrulu di Veria’ = «Για πάνε, Λένα, στο γιατρό, στο γιατρό από τη Βέροια…».

arive: Ποιο τραγούδι θα αφιερώνατε στην πόλη μας;

Γ.Μ.: Επειδή η Βέροια έχει πολλούς Βλάχους που έχουν συνδεμένη τη ζωή τους με το βουνό και στην πλειοψηφία τους το καλοκαίρι ανεβαίνουν στα χωριά, αφιερώνω το «Κουράγιο, δύστυχη ψυχή, ώσπου να έρθει η Άνοιξη…»

arive: Σας αποκαλούν «Το αηδόνι του Βερμίου». Νιώθετε πως ο τίτλος αυτός είναι μια επιβράβευση της αφιέρωσης μεγάλου μέρους της ζωής σας στο τραγούδι;

Γ.Μ.: Μετά από τόσα χρόνια που τραγουδώ για το Σύλλογο Βλάχων Βέροιας, περίπου τριανταπέντε, και προσωπικά σε άλλες εκδηλώσεις, το να με αποκαλούν «Αηδόνι» είναι ένας τίτλος τιμής που τον εκλαμβάνω ως απόδειξη της αγάπης του κόσμου, ως εκτίμηση και αναγνώριση. Κλείνοντας θα ήθελα να σας ευχαριστήσω με ένα στίχο βλάχικο: «Υπομονή να έρθει ο Μάης και το δάσος να ομορφύνει…»

συνέντευξη: ιάκωβος-καγκελίδης
φωτογραφίες: πωλίνα-ταϊγανίδου
επιμέλεια: αλέξανδρος-κόγκας + τάσος-θώμογλου