Μια φλόγα για πάντα αναμμένη

Ο Πάνος Κατσιμίχας στο arive.gr

Τι είναι αυτό που κρατάει ζωντανό το πάθος ενός καλλιτέχνη; Τι τον τροφοδοτεί τελικά περισσότερο;

Το πάθος στο οποίο αναφέρεσαι, είναι ένα πάθος «αυτοτροφοδοτούμενο» και μ’ αυτό εννοώ ότι αν γεννηθείς μ’αυτό, δε σε εγκαταλείπει ποτέ και δε χρειάζονται ερεθίσματα για να το συντηρείς. Είναι μια φλόγα που καίει μέσα σου, χωρίς να το ζητήσεις εσύ και χωρίς να σου ζητήσει την άδεια εκείνη. Απλά υπάρχει εκεί, αναμμένη. Πάντα. Κι όπως λέει ο λαός: «πρώτα φεύγει η ψυχή και μετά το χούι».

Έχετε μια ξεχωριστή θέση στις καρδιές του μουσικόφιλου κοινού. Εσείς πώς αισθάνεστε απέναντί τους;

Οικογένεια. Θεωρούμε τους ανθρώπους που αγάπησαν τον Χάρη και τον Πάνο (και φυσικά τα τραγούδια μας) οικογένειά μας. Δεν μπορώ να το πω πιο απλά. Μπορεί να μην τους ξέρω όλους έναν προς έναν, τους αισθάνομαι όμως , σα συγγενείς. Ίσως ακούγεται υπερβολικό αυτό, αλλά για μετρήστε τα χρόνια… Τα «Ζεστά Ποτά» κυκλοφόρησαν το 1985. Οι τότε εικοσάρηδες παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά και μερικοί μεγαλύτεροι έχουν κι εγγόνια, που ακούνε τώρα τους «καλικάντζαρους και την αγέλαστη πολιτεία». Μια άδολη γραμμή αγάπης, που διατρέχει τρεις γενιές. Δεν είναι οικογένεια αυτό;

Υπάρχουν κάποιο/α μουσικά κομμάτια που έχουν ιδιαίτερη θέση στην καρδιά σας, που δεν παραλείπετε και δε θα παραλείψετε από το πρόγραμμά σας;

Να σας πω μερικούς τίτλους, όπως μου έρχονται στο μυαλό… «Προσωπικές οπτασίες», «Η μπαλάντα του Φάνη», «Για ένα κομμάτι ψωμί», «Η μοναξιά του σχοινοβάτη», «Μάρκος και Άννα», «Γέλα πουλί μου», «Νύχτωσε νύχτα»… Και για να μη σας κουράζω, τελικά, όλα όσα θα ακούσετε στη συναυλία μας στη Βέροια στις 14 Σεπτεμβρίου.

Τα τραγούδια λένε πάντα την αλήθεια;

Δύσκολη ερώτηση και μεγάλη συζήτηση. Πιστεύω πάντως (έτσι σαν πρώτη σκέψη), ότι ένα οποιοδήποτε τραγούδι, θα διηγηθεί αναπόφευκτα και με ακρίβεια, την εσωτερική «πραγματικότητα», την αισθητική και εν τέλει, την «αλήθεια» του δημιουργού του. Αντίστοιχα και ο κάθε ακροατής πλησιάζει (καθόλου τυχαία, αλλά αυθόρμητα και ενστικτωδώς) την «πραγματικότητα» που τον εκφράζει. Με αυτή την έννοια, τα τραγούδια λένε πάντα, με ένα δαιμονικό και ανελέητο τρόπο, την αλήθεια. Για όλα και για όλους μας.

Στη μουσική σας πορεία ποια θα λέγατε πως ήταν η κορυφαία στιγμή;

Στις 22 και 23 Ιουνίου του 1993 ανοίξαμε τις συναυλίες του Μπομπ Ντύλαν στο Λυκαβηττό. Ήταν δυο μαγικές βραδιές γιατί βρεθήκαμε να παίζουμε στην ίδια σκηνή με τον ήρωα των εφηβικών μας χρόνων. Αυτή ήταν η πιο σπουδαία στιγμή της πορείας μας από συναυλιακή άποψη. Ουσιαστικά όμως, η πιο «κρίσιμη» και κορυφαία στιγμή, ήταν εκείνο το ευλογημένο πρωί (παραμονές Πάσχα του 1985) όταν βγήκαν στις προθήκες των δισκοπωλείων, τα Ζεστά Ποτά. Χρωστάμε πάντα, ένα μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ στον Μανώλη τον Ρασούλη. Αν δεν είχε συμβεί αυτό, δε θα είχε ακολουθήσει τίποτα και πιθανότατα, δε θα μιλάγαμε μαζί τώρα.

Βλέπετε «μουσικό φως» στο τέρμα του τούνελ;

Νομίζω ότι για να δούμε αυτό το «φως» πρέπει να περάσει ο τόπος πολλά μοναχικά και δύσκολα χρόνια. Και δυστυχώς, όχι μόνο σε «μουσικό» επίπεδο, αλλά γενικά σε όλα τα επίπεδα.

Πώς είναι η συνεργασία σας με τα Κίτρινα Ποδήλατα;

Η συνεργασία μου με τα Κίτρινα Ποδήλατα είναι κυριολεκτικά η ιδανική συνεργασία. 31 χρόνια τώρα πια, έχω συναντηθεί με εκατοντάδες μουσικούς. Άλλοι πασίγνωστοι, άλλοι λιγότερο γνωστοί, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι την ανιδιοτέλεια, την εργατικότητα και τη συντροφικότητα σε συνδυασμό με το ταλέντο των παιδιών (του Γιώργου και του Αλέξανδρου Παντελιά) δεν τα έχω ξανασυναντήσει.

Αφήνω για το τέλος κάτι που αξίζει να αναφερθεί τελευταίο , γιατί για εμένα μετράει περισσότερο απ’ όλα. Η αγωγή και το ήθος τους. Είναι δυο μικροί πρίγκηπες και τους έχω σαν αδέρφια μου.

συνέντευξη: ιάκωβος-καγκελίδης
επιμέλεια: αλέξανδρος-κόγκας + πωλίνα-ταϊγανίδου