Τάκης Γκαλαΐτσης...

Ματιές στη ζωή των Βλάχων της Βέροιας

Ο Τάκης Γκαλαΐτσης γεννήθηκε στη Βέροια το 1951 από Βλάχους γονείς από το Σέλι. Τελείωσε αριστούχος το Γυμνάσιο και το Λύκειο της Βέροιας. Το 1969 μπήκε στη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης και τελείωσε το τμήμα Κλασικών Σπουδών με άριστα. Εργάστηκε ως καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση, από την οποία πρόσφατα συνταξιοδοτήθηκε μετά από 35 χρόνια ευδόκιμης υπηρεσίας, όλα ως μάχιμος καθηγητής στο Λύκειο, με υψηλή ειδίκευση στην αρχαία ελληνική γλώσσα και στα λατινικά. Στα πλαίσια αυτά συνέγραψε, το 1982, με το Θανάση Μαρκόπουλο τη θεματογραφία « 80 κείμενα της αττικής πεζογραφίας». Δημοσίευσε άρθρα σε εφημερίδες και επιστημονικά περιοδικά. Μιλάει τη βλάχικη ως μητρική του γλώσσα, καθώς επίσης και γαλλικά (αυτοδίδακτος), τα οποία βελτίωσε με μαθήματα, το 2002, στη Γαλλία σε πανεπιστήμιο της Nantes. Είναι ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου Βλάχων Βέροιας (1981) και έκτοτε διετέλεσε πολλές διετίες πρόεδρος του Συλλόγου. Υπήρξε στο παρελθόν εκλεγμένο μέλος στο Δ/Σ της ΠΟΠΣΒ. Τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα είναι γλωσσικά, ιστορικά, εθνολογικά. Εδώ και τριάντα χρόνια ασχολείται με την ιστορία, τη γλώσσα και τον πολιτισμό των Βλάχων. Καρπός αυτής της ενασχόλησης είναι το βιβλίο «Από τη ζωή των Βλάχων/ Di tu bana Armanjilor».

arive: Κύριε Γκαλαΐτση, είστε ένας δραστήριος ερευνητής της ζωής των Βλάχων και ιδιαίτερα των Βλάχων της Βέροιας. Ποιο ήταν το αρχικό ερέθισμα που σας έστρεψε προς αυτή την ενασχόληση;

Τ.Γ. : Η συστηματική ενασχόλησή μου με τους Βλάχους ανάγεται στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν ιδρύθηκε ο Σύλλογος Βλάχων Βέροιας. Όμως το ενδιαφέρον μου για την παράδοση εδράζεται στις πλούσιες παιδικές και οικογενειακές μνήμες. Ήδη από τα λυκειακά μου χρόνια η επαφή μου με την Ασκητική /Salvatores Dei του Καζαντζάκη και η ρήση του για το χρέος του ανθρώπου, στη θητεία του στη ράτσα, απέναντι στους προγόνους και στις μελλούμενες γενιές, καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τις πνευματικές μου ανησυχίες. «Άμα κάνεις μια βουτιά στον εαυτό σου δε θα βρεις τον εαυτό σου αλλά όλους τους άλλους τους μικρούς και τους μεγάλους. Γιατί ο χρόνος είναι ένας και δεν πέθανε κανένας».

Η παράδοση όλων των νεκρών γενεών βαραίνει στο μυαλό των ζωντανών. Είμαστε γεννήματα της εποχής μας, αλλά κουβαλάμε και την ιστορία των παλιότερων γενιών, γιατί «δεν πέθανε κανένας». Η ιστορική μνήμη βοηθάει να γνωρίσουμε το παρόν και να διαμορφώσουμε το μέλλον. Και είναι πολύ αρνητικό, όταν δε θέλουμε να δούμε αυτό το παρελθόν. Χωρίς τη μνήμη δεν είμαστε τίποτα. Ο άνθρωπος έχει ρίζες, και όταν τις κόψουν πονάει, βιολογικά, όπως όταν τον ακρωτηριάσουν.

Αργότερα, στα φοιτητικά μου χρόνια, μελετώντας κυρίως μεσαιωνικούς συγγραφείς του 9ου, 10ου κι 11ου αιώνα παρατήρησα έντονη την ιστορική παρουσία των Βλάχων που συχνά ερχόταν σε αντίθεση με τα απαξιωτικά στερεότυπα που εισέπρατα για τους Βλάχους από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Αντιφάσεις, όπως: από τη μια η μεγάλη προσφορά των Βλάχων στην ίδρυση και στο στερέωμα του ελληνικού κράτους (πρώτοι οι Βλάχοι στα άρματα, στα γρόσια και στα γράμματα) και από την άλλη υποτιμητικές εκφράσεις για τους Βλάχους και τη γλώσσα τους, με ώθησαν να ασχοληθώ επιστημονικά με τους Βλάχους και να προσπαθήσω να λύσω τις απορίες μου.

Την ενασχόλησή μου αυτή τη βλέπω από τη μια ως ελάχιστο φόρο τιμής στους προγόνους μας για τη μεγάλη τους προσφορά στον τόπο κι από την άλλη ως κληρονομιά και παρακαταθήκη για τη νέα γενιά που έχει αποκοπεί σε μεγάλο βαθμό από τα νάματα της παράδοσης και δε γνωρίζει – όχι πάντα με δική της ευθύνη - το παρελθόν.

arive: Ως ενεργό μέλος και –επί σειρά ετών– πρόεδρος του Συλλόγου Βλάχων Βέροιας ποιος θεωρείτε πως θα πρέπει να είναι ο βασικότερος στόχος του Συλλόγου στην εποχή μας;

Τ.Γ. : Η ζωή διαρκώς κινείται. Τα πάντα ρει… Έτσι και ο Σύλλογος πρέπει να αναπροσαρμόζει τις δράσεις, πάντα στα πλαίσια των καταστατικών του αρχών, στην εξελισσόμενη πραγματικότητα, χωρίς βέβαια να παραβλέπει την ανάδειξη της πλούσιας πολιτισμικής κληρονομιάς των Βλάχων. Και βέβαια όχι με σκοπό την ωραιοποίηση της παράδοσης. Γιατί ένα κομμάτι του παρελθόντος κάθε στιγμή πεθαίνει και η υπερβολική προσκόλληση σε αυτό ενέχει τον κίνδυνο μόλυνσης. Παράλληλα, ένα μέρος του παρελθόντος είναι ζωντανό και ζωογόνο, και η αδιαφορία για αυτό δημιουργεί κινδύνους ασυνέχειας και ταυτότητας.

Στο πλαίσιο αυτό, η πολιτιστική δράση του Συλλόγου πρέπει να συνδεθεί με την οικονομία της πόλης, διατηρώντας βέβαια ο κάθε χώρος την αυτονομία του. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, η διάσωση της βλάχικης γλώσσας πρέπει να συνεχίσει να αποτελεί κεντρικό στόχο του Συλλόγου. Γιατί η κουλτούρα και ο πολιτισμός των Βλάχων υπάρχει όσο ζει η βλάχικη γλώσσα. Πεθαίνει η γλώσσα, χάνεται μαζί της και ένας πολιτισμός αιώνων, αποτέλεσμα της μακρόχρονης ελληνορωμαϊκής συνύπαρξης. Και μοιάζει πολύ υποκριτικό το αμέριστο ενδιαφέρον -επαινετό- της Πολιτείας για τα κάθε λογής ευρήματα της Ρωμαϊκής περιόδου, τη στιγμή που υπάρχει πλήρης αδιαφορία για τη βλάχικη γλώσσα.

«Πάντως, σε κάθε περίπτωση, η διάσωση της βλάχικης γλώσσας πρέπει να συνεχίσει να αποτελεί κεντρικό στόχο του Συλλόγου.»

arive: Στο βιβλίο σας «Από τη ζωή των Βλάχων» καταγράψατε στοιχεία της ταυτότητας και της καθημερινότητας των Βλάχων. Πόσο κόπο απαίτησε μια τέτοια προσπάθεια και ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίσατε;

Τ.Γ. : Το Ιστορικό αυτό Λεύκωμα είναι η προσωπική και συλλογική εμπειρία της τριαντάχρονης ενασχόλησής μου με τα πολιτιστικά, ιδιαίτερα με το Σύλλογο Βλάχων Βέροιας και γενικά με τους Βλάχους. Αποτελεί μια κατάθεση ψυχής, στην προσπάθειά μου να αναδειχτεί μέσα από το φωτογραφικό υλικό και τα επεξηγηματικά κείμενα, ποιοι ήταν και είναι οι Βλάχοι.

Το υλικό αυτού του ιστορικού-φωτογραφικού Λευκώματος συνίσταται σε κείμενα, ντοκουμέντα, σε χάρτες και τοπογραφικά σχέδια, και κυρίως σπάνιο φωτογραφικό υλικό από το 1900 περίπου ως σήμερα. Από τα κείμενα, αυτά που αναφέρονται σε ιστορικά θέματα και στη γλώσσα είναι το απόσταγμα της συστηματικής μελέτης, για τρεις δεκαετίες, της βιβλιογραφίας, ελληνικής και ξένης, που αφορά στους Βλάχους, καθώς και περιηγητικών κειμένων, ενώ αυτά που αφορούν στο λαϊκό πολιτισμό των Βλάχων είναι το αποτέλεσμα επιτόπιων ερευνών, καταγραφών, αφηγήσεων, συνεντεύξεων, μελέτης αρχείων.

Πιο δύσκολη ήταν η επιλογή του φωτογραφικού υλικού, γιατί ήταν πάρα πολύ μεγάλο. Η επιλογή τελικά έγινε με δυο κριτήρια. Πρώτο την ιστορική, ενδυματολογική, λαογραφική αξία της φωτογραφίας και όχι την καλλιτεχνική, και δεύτερο την αντιστοιχία τους με τα κείμενα. Η φωτογραφία περιγράφει, αποκαλύπτει, τεκμηριώνει το κείμενο, γοητεύει. Δεν είναι ψέμα ότι μια εικόνα μπορεί με μεγαλύτερη λεπτομέρεια και γλαφυρότητα να διηγηθεί ένα γεγονός από οποιοδήποτε κείμενο ή έγγραφο, όποιος και αν είναι ο συγγραφέας. Μειώνει την υποκειμενικότητα.

Να επισημάνω ότι πολύ δύσκολη δουλειά ήταν το δημιουργικό του βιβλίου, το στήσιμό του. Και σε αυτό βοήθησε τα μέγιστα ο φίλος Αδάμος Αναστασίου, υπεύθυνος στις Γραφικές Τέχνες, με την πολύχρονη υπομονή του.

arive: Πώς θα σχολιάζατε την παρουσία των Βλάχων στη ζωή της σύγχρονης Βέροιας;

Τ.Γ. : Η Βέροια είναι πόλη πολύ παλιά. Η αρχαιότερη βεβαιωμένη αναφορά (… και αφικόμενοι ες Βέροιαν…) είναι του Θουκυδίδη (Ι, 61, 4). Έκτοτε αναφέρονται σε αυτήν διάφοροι συγγραφείς, όπως ο Στράβων, ο Αρριανός, ο Πλούταρχος, ο Πολύβιος, ο Λουκιανός, ο Στέφανος Βυζάντιος και άλλοι. Αν κάποιος μελετήσει την ιστορία της, θα διαπιστώσει ότι η Βέροια, λόγω της θέσης της, γνώρισε μέσα στην ιστορική της πορεία εποχές μεγάλης ανάπτυξης και ποικίλους πολιτισμούς. Επιβιώνουν ως τις μέρες μας και συνυπάρχουν στοιχεία πολιτισμικά από την αρχαία Μακεδονία και τα ελληνιστικά χρόνια, τη ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο, την οθωμανική κυριαρχία και την εβραϊκή παρουσία, καθώς και από τη σύγχρονη ιστορία της πόλης. Αυτή η πολυπολιτισμικότητα της Βέροιας αποτελεί το συγκριτικό της πλεονέκτημα στις νέες συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης. Στοιχείο αυτής της πολυπολιτισμικότητας είναι και η βλάχικη παρουσία στη Βέροια. Ήδη, από τις αρχές του 19ου αιώνα οι Βλάχοι αποτελούν σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού της πόλης. Παλιότερα, η ενασχόληση των Βλάχων της περιοχής κυρίως με την κτηνοτροφία και τα συναφή επαγγέλματα συνέβαλε να αναπτυχθούν τα κτηνοτροφικά χωριά Σέλι, Ξηρολίβαδο, Κουμαριά. Όμως οι αλλαγές, το τελευταίο μισό του 20ου αιώνα, στις οικονομικές δομές, η μεγάλη γεωργική ανάπτυξη του κάμπου της Βέροιας, οι πρωτόγονες συνθήκες στην κτηνοτροφία και η παραμέλησή της, η εκβιομηχάνιση μετατόπισαν τη ζωή από το βουνό στην πόλη και στους κάμπους. Τα βλάχικα χωριά του Βέρμιου εξελίχτηκαν σε θαυμάσια θέρετρα.

Οι Βλάχοι σήμερα αποτελούν ένα δυναμικό στοιχείο του Νομού και ιδιαίτερα της Βέροιας και διακρίνονται σ' όλους τους τομείς: γράμματα, επιστήμες, οικονομία, βιομηχανία, εμπόριο, κτηνοτροφία. Και βέβαια αγαπούν τον τόπο τους και το δείχνουν: Πρόσφατο παράδειγμα οι μεγάλοι δωρητές της πόλης αδελφοί Κούσιου, που προστέθηκαν στη χορεία των Βλάχων ευεργετών.

arive: Ποιοι στάθηκαν, κατά τη γνώμη σας, οι σπουδαιότεροι σύμμαχοι του Συλλόγου Βλάχων και από ποιους δυσχεραίνεται το έργο του Συλλόγου;

Τ.Γ. : Η μεγάλη δύναμη του Συλλόγου είναι τα πάνω από χίλια (1.000) μέλη και οι φίλοι του. Από την αρχή αγκάλιασαν το Σύλλογο όχι μόνο οι Βλάχοι αλλά και το σύνολο, σχεδόν, των κατοίκων της Βέροιας. Και αυτό προέκυψε ως αποτέλεσμα της δημοκρατικής λειτουργίας του Συλλόγου, των διαφανών διαδικασιών και του επιστημονικού τρόπου αντιμετώπισης της παράδοσης με τρόπο δυναμικό και όχι στατικό ως πολυδιάστατης πολιτισμικής δημιουργίας.

Ειδικά την τελευταία δεκαετία στηρίζουν το Σύλλογο νέοι με στέρεο επιστημονικό υπόβαθρο και άριστη γνώση των νέων τεχνολογιών, και συμβάλλουν σε καινοτόμες δράσεις, όπως για παράδειγμα το Μουσείο Αρμάνικης Μουσικής που οργάνωσε το Τμήμα Νεολαίας του Συλλόγου, η Tiniramea. Βέβαια, τελευταία η αρνητική οικονομική συγκυρία αποτρέπει, σ’ ένα βαθμό, κάποιους, ιδιαίτερα, νέους από τη συνεχή ενεργό ενασχόληση.

Στον αντίποδα, κάποιες μεμονωμένες γραφικές φωνές που απηχούν τη λογική του 19ου αιώνα δεν επηρεάζουν το Σύλλογο. Αντίθετα, τον ενδυναμώνουν.

Να μην παραλείψω και την αγαστή συνεργασία με τους πολιτιστικούς φορείς της πόλης, καθώς και με την Τοπική και Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση.

arive: Υπάρχουν αρκετά στερεότυπα που επικρατούν στο χαρακτηρισμό των Βλάχων. Σε ποιους λόγους πιστεύετε ότι οφείλεται αυτό το γεγονός και ποια πρέπει να είναι η στάση των Βλάχων απέναντι σε αυτό;

Τ.Γ. : Αν και η σχετική με τους Βλάχους βιβλιογραφία έχει εμπλουτιστεί τις τελευταίες δεκαετίες και υπάρχει σχετική διάχυση της γνώσης, ωστόσο επιβιώνουν και σήμερα απαξιωτικά στερεότυπα για τους Βλάχους και τη γλώσσα τους. Να επισημανθεί ότι αυτά τα στερεότυπα αφορούν και σε άλλα εκλεκτά τμήματα του ελληνικού λαού, και βέβαια δεν είναι μόνο ελληνική πρωτοτυπία. Είναι προϊόν του 19ου αιώνα και της γένεσης των εθνικών κρατών που προσπάθησαν να επιβάλλουν μια απόλυτη ομογενοποίηση και επέδειξαν μια δυσανεξία προς καθετί το διαφορετικό, που σήμερα όμως κατανοούν ότι είναι πλούτος και προσπαθούν να το διασώσουν. Ωστόσο, κάποιοι είτε από άγνοια είτε γιατί σκέφτονται με όρους παρωχημένους τα αναπαράγουν. Ποια πρέπει να είναι η στάση των Βλάχων απέναντι σε αυτά; Οι οργανωμένοι φορείς από τη μια να αποκαλύπτουν, με επιστημονικό τρόπο, την ανεδαφικότητα αυτών και να καταγγέλλουν δημόσια τους χρήστες αυτών, και από την άλλη οι Βλάχοι μεμονωμένα, εξοπλισμένοι με γνώσεις, να μη ντρέπονται, αντίθετα να υπερηφανεύονται για την καταγωγή τους. Παράλληλα, απαραίτητη προϋπόθεση ο σεβασμός της διαφορετικότητας του Άλλου .

Ενώ αποδεδειγμένα η προσφορά των Βλάχων είναι τεράστια και η Αθήνα είναι κοσμημένη από τις βαρύτιμες δωρεές των ευεργετών (Αβέρωφ, Τοσίτσας, Στουρνάρας, Σίνας, Δούμπας, Βέλιος κ.λ.π.) ωστόσο «πόσο εύκολα και με πόση περιφρόνηση -πορφυρογέννητοι λες- σύγχρονοί μας χρησιμοποιούν σαν ύβρη τη βλάχικη προέλευση ή τη βλάχικη γλώσσα. Και όμως οι Βλάχοι διέπρεψαν σε κάθε τομέα της Ελληνικής ζωής, είναι ό, τι ακριβώς δεν ήταν οι υπόλοιποι Έλληνες, κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, δηλαδή μορφωμένοι και πολιτισμένοι» κατά τη ρήση του Γιάννη Μαρίνου, γνωστού οικονομολόγου και, παλιότερα, ευρωβουλευτή. Και κάτι ακόμη: για όσους συγγραφείς χρησιμοποιούν τον όρο Κουτσόβλαχοι -συχνά με επικριτική σημασία- η απάντηση έρχεται από το στόμα του Α. Σβώλου, πανεπιστημιακού καθηγητή, από το Βλαχόφωνο Κρούσιοβο: «όποιος συγγραφέας ονομάζει τους Βλάχους Κουτσόβλαχους δεν είναι συγγραφέας αλλά κουτσοσυγγραφέας».

arive: Έχετε συναντήσει ανθρώπους που νομίζετε ότι μπορούν να συνεχίσουν το έργο σας;

Τ.Γ. : Η ιστορία των Βλάχων της Βέροιας δεν αρχίζει και δεν τελειώνει σ’ εμένα. Θα ήταν πολύ εγωιστικό. Και άλλοι έχουν ασχοληθεί πριν από μένα με πολύ πιο αξιόλογο έργο και πολλοί θα ασχοληθούν στο μέλλον. Υπάρχουν θέματα που αφορούν στους Βλάχους που χρήζουν επιστημονικής διερεύνησης. Η εμπειρία μου από το Σύλλογο Βλάχων της Βέροιας είναι ότι θέματα τοπικής ιστορίας και ιδιαίτερα σχετικά με τους Βλάχους γοητεύουν τη νεολαία. Πολλοί νέοι φοιτητές καταφεύγουν στην πλούσια βιβλιοθήκη του Συλλόγου μας και συντάσσουν διπλωματικές εργασίες. Από αυτούς θα προέλθει εκείνο το επιστημονικό δυναμικό που με τις μελέτες του θα εμπλουτίσει την ελληνική βιβλιογραφία.

arive: Ποιος είναι ο επόμενος προσωπικός στόχος;

Τ.Γ. : Οι στόχοι μου δεν είναι προσωπικοί. Έχω μάθει να εντάσσω τις όποιες δραστηριότητές μου σε συλλογικότητες πολιτικές, κοινωνικές, πολιτιστικές. Σε αυτή τη λογική, έχω παραχωρήσει τα δικαιώματα του Ιστορικού Λευκώματος «Από τη ζωή των Βλάχων» στο Σύλλογο Βλάχων Βέροιας. Στους άμεσους στόχους μου, πάντοτε σε συνάρτηση με τους καταστατικούς στόχους του Συλλόγου, είναι :

-Να συντάξω ένα «εγχειρίδιο εκμάθησης της βλάχικης γλώσσας» με επικοινωνιακή μέθοδο, αξιοποιώντας και τις δυνατότητες της σύγχρονης τεχνολογίας, και

-Να βοηθήσω το Δ/Σ του Συλλόγου και να συμβάλω στην οργάνωση, στο κτίριο του Συλλόγου, ενός «Ηλεκτρονικού Μουσείου των Βλάχων», εκπαιδευτικού χαρακτήρα, που θα είναι επισκέψιμο όχι μόνο από τα σχολεία της χώρας μας, αλλά θα αποτελέσει και πόλο έλξης για πολλούς επισκέπτες. Και έτσι υλοποιείται και ένας από τους βασικούς στόχος του Συλλόγου: η σύνδεση του πολιτισμού με την οικονομία της πόλης.

Κλείνοντας, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω και να τονίσω ότι τη διάσωση της γλώσσας τη βλέπουμε ως χρέος στους προγόνους μας, στην ιστορία, στην πατρίδα μας. Και αυτό με μόνο κριτήριο το σεβασμό στον άνθρωπο και τα δημιουργήματά του. Και δεν ξεχνάμε τα λόγια του ποιητή:

«…Χρωστάμε και σε όσους ήρθαν,
πέρασαν, θα ’ρθούνε, θα περάσουν.
Κριτές θα μας δικάσουν οι
αγέννητοι, οι νεκροί…»

συνέντευξη: αλέξανδρος-κόγκας
φωτογραφίες: δέσποινα-φάκα και ιάκωβος-καγκελίδης
επιμέλεια: πωλίνα-ταϊγανίδου + τάσος-θώμογλου

Τάκης Γκαλαΐτσης

Εδώ και τριάντα χρόνια ασχολείται με την ιστορία, τη γλώσσα και τον πολιτισμό των Βλάχων.