Θέμης Καραμουρατίδης

«Είμαι ερωτευμένος με τις φωνές που συνεργάζομαι»

Η συνάντηση με τον Θέμη Καραμουρατίδη είναι για μένα ιδιαίτερη, για πολλούς λόγους. Η πρώτη μας συνάντηση, το Νοέμβριο του 2013, συμπίπτει με τα πρώτα βήματα του arive, και η συνέντευξη που μας έδωσε μαζί με τη Νατάσα Μποφίλιου ήταν μία από τις πρώτες μας «επιτυχίες». Ταυτόχρονα, ο Θέμης είναι ένα δικό μας παιδί, καθώς γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Πλατύ Ημαθίας. Και τρίτον είναι ένας ταλαντούχος συνθέτης, από τους πιο σημαντικούς της νέας γενιάς και δημιουργός πολλών τραγουδιών που αγαπήσαμε.

Το όνομα του Θέμη Καραμουρατίδη συνδέθηκε στη συνείδηση του κοινού με αυτό της Νατάσσας Μποφίλιου, καθώς με τη δική του μουσική και τους στίχους του Γεράσιμου Ευαγγελάτου μας έδωσαν τραγούδια που λατρεύτηκαν από πολλούς και έγιναν μεγάλες επιτυχίες. Ο Θέμης όμως, δημιουργικός και αφοσιωμένος στη δουλειά του, γράφει συνεχώς και μέσα σε μια δεκαετία μετρά σημαντικές συνεργασίες, όπως με την Ελευθερία Αρβανιτάκη, την Τάνια Τσανακλίδου, τη Δήμητρα Γαλάνη, το Σωκράτη Μάλαμα, την Ελεωνόρα Ζουγανέλη, τη Μαρίζα Ρίζου και βέβαια με τη Γιώτα Νέγκα, με δύο δίσκους που πατάνε στο λαϊκό τραγούδι με έναν τρόπο προσωπικό και σύγχρονο. Ταυτόχρονα γράφει μουσική για θεατρικές παραστάσεις, ενώ φέτος τον ακούμε και στον κινηματογράφο, έναν χώρο που τον γοητεύει και αναμένεται και συνέχεια.

Θα ξεκινήσω λίγο συναισθηματικά, αν και τετριμμένα, από την κοινή μας καταγωγή, το Πλατύ. Πώς ήταν τα παιδικά σου χρόνια εκεί;

Όμορφα πολύ. Ήσυχα, χαρούμενα και γεμάτα αγάπη. Σίγουρα αργότερα κατάλαβα ότι δεν είχα τις ευκαιρίες που θα μπορούσα να έχω σε εκπαιδευτικό επίπεδο σε μια μεγάλη πόλη, αλλά αυτά που τελικά κέρδισα από το να μεγαλώσω στο Πλατύ είναι περισσότερα από αυτά που έχασα.

Και η σχέση σου με τη Βέροια; Διηγήσου μας μια προσωπική σου ιστορία (για ένα σημείο που αγαπάς, έναν άνθρωπο που γνώριζες, ένα περιστατικό…)

Υπάρχει μια πολύ αστεία ιστορία με δυο παλαβά κορίτσια, ένα κέντρο αδυνατίσματος και ένα φαστφουντάδικο εκεί κοντά την όποια κάποια στιγμή θα σας την πω αλλά προς το παρόν δεν θέλω να θίξω πρόσωπα και καταστάσεις. Έτσι Αλέκα και Άννα;

Έχεις πει πως η επαφή σου με τη μουσική ξεκίνησε από το παλιό πιάνο της θείας σου, και μετά άρχισες τα πήγαινε-έλα για μαθήματα. Ένα παιδί από την επαρχία, πόσα ερεθίσματα και πόσες ευκαιρίες μπορεί να έχει όταν θέλει να ασχοληθεί με κάτι τέτοιο, πέρα από το οικογενειακό του περιβάλλον;

Ήταν δύσκολα τα πράγματα. Η μουσική σου εκπαίδευση και τα ερεθίσματα ήταν καθαρά προσωπική σου υπόθεση. Εγώ τότε αγόραζα μουσικά περιοδικά της εποχής (Ποπ και Ροκ επί Γιάννη Πετρίδη και Μάρκου Φράγκου), άκουγα δυο-τρεις σταθμούς που έπαιζαν τη μουσική που αγαπούσα (Έκφραση, Ερωτικός) και από εκεί ενημερωνόμουν για τα μουσικά. Όποτε κατάφερνα και μάζευα λεφτά αγόραζα δίσκους τηλεφωνικά και μου τους έστελναν από Αθήνα. Ήμουν ανήσυχος. Και οι γονείς μου υποστηρικτικοί, τους έφαγαν τα χιλιόμετρα στα πήγαινε-έλα στα ωδεία. Τώρα πια ευτυχώς τα πράγματα είναι πιο απλά με το ίντερνετ. Μπορείς να αφουγκραστείς τι γίνεται μουσικά με ένα κλικ. Είναι πιο δίκαια θα έλεγα για τους πιτσιρικάδες τα πράγματα.

Τι ποσοστό του καθημερινού σου χρόνου καταλαμβάνει η μουσική;

Πολύ μεγάλο. Ειδικά όταν βρίσκομαι στην προετοιμασία κάποιου live ή δίσκου απελπιστικά μεγάλο.

Και η αμέσως επόμενη (αγαπημένη) ενασχόλησή σου είναι…;

Οι άνθρωποι που αγαπώ. Θέλω να αξιοποιώ ό,τι χρόνο έχω με αυτούς.

Την προηγούμενη χρονιά ανέλαβες το δύσκολο έργο να γράψεις μουσική για το «Ουζερί Τσιτσάνης». Πώς προσέγγισες τον Τσιτσάνη; Με ποιον τρόπο αλλά και με ποιον στόχο;

Με αγωνία, σεβασμό και προσοχή. Μεγάλο βήμα για μένα, με τεράστια ευθύνη. Στόχος ήταν να πετύχω να φτιάξω πρωτότυπη μουσική που θα στεκόταν με αξιοπρέπεια πλάι στις μουσικές του Τσιτσάνη, και στις επανεκτελέσεις να αποδώσω ένα πνεύμα που θα φέρει το κλίμα και την αίσθηση της εποχής όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι αλλά ταυτόχρονα θα το κάνει οικείο και τώρα.

Ήταν η πρώτη σου δουλειά για κινηματογραφικό έργο. Ο κινηματογράφος σαν χώρος σε ενδιαφέρει;

Είναι τρομερά γοητευτικός ο κινηματογράφος. Πάντα ονειρευόμουν να ασχοληθώ με αυτόν και θέλω πολύ να συνεχίσω να το κάνω. Είναι για μένα απέραντη παιδική χαρά.

Έχεις γράψει μουσική για πολλές μεγάλες γυναικείες φωνές, με μεγαλύτερες συνεργασίες τη Νατάσσα Μποφίλιου και τη Γιώτα Νέγκα. Ποια είναι τα κοινά στοιχεία και ποιες οι διαφορές μεταξύ τους;

Είναι σπουδαίες ερμηνεύτριες και οι δυο και καταπληκτικές τραγουδίστριες. Οι διάφορες τους είναι ότι η Γιώτα είναι σαν γη, ριζωμένη και στιβαρή, ενώ η Νατάσσα σαν αέρας, ορμητική και θυελλώδης.

Γράφεις πάντα έχοντας στο μυαλό σου τη συγκεκριμένη φωνή και την προσωπικότητα που θα τα ερμηνεύσει; Κερδίζεις από αυτές στοιχεία για τη δουλειά σου, για παρακάτω;

Είμαι ερωτευμένος με τις φωνές που συνεργάζομαι και συνήθως γράφω έχοντας στο μυαλό μου κάποιον που θα ήθελα να πει το τραγούδι. Πολλές φορές όμως γράφω χωρίς να σκέφτομαι τον ερμηνευτή τελικά. Κάθε συνεργασία, κάθε νότα, κάθε άνθρωπος που γνωρίζω στη μουσική είναι ένα κέρδος για το παρακάτω.

Ο «Τελευταίος Εαυτός» είναι ένας άλλος εαυτός σου μουσικά; Θα έλεγες ότι εξελίσσεσαι, προσαρμόζεσαι ή επιλέγεις κάθε φορά το ύφος της μουσικής σου ανάλογα με τη συνεργασία;

Παίζω. Αυτό είναι το ρήμα που μου ταιριάζει περισσότερο. Μου αρέσει να πειραματίζομαι, να δοκιμάζω και να βγάζω διαφορετικά πράγματα από μένα κάθε φορά, ανάλογα με τους ... Συμπαίκτες! Να χρησιμοποιώ μανιέρες, έπειτα να κάνω πράγματα εντελώς κόντρα σε αυτές, να ξεβολεύομαι.

Ποια θα είναι η επόμενη κίνησή σου;

Η "Βαβέλ" με την Νατάσσα Μποφίλιου και τον Γεράσιμο Ευαγγελάτο. Ένας ολοκαίνουργιος δίσκος, τέσσερα χρόνια μετά τις "Μέρες του Φωτός", και μια παράσταση βασισμένη σε αυτόν, από 5 Μαρτίου στο Βοτανικό.

Αν είχες έναν άλλον εαυτό, που έγραφε πάλι μουσική αλλά ένα άλλο είδος, σε μια άλλη χώρα, τι θα ήθελες να είναι;

Θα ήθελα να είναι όπως τώρα, ένας άνθρωπος γεμάτος από αυτό που κάνει, είτε αυτό ήταν λαϊκή αφρικανική μουσική με κρουστά και χορούς στην Κένυα, είτε συμφωνικά έργα και όπερες στην Ολλανδία!