Είναι παιδί μου πειρασμός

Ελληνική 80-τιλα και 90-τιλα + Αποκριες = L.F.E.

Κάθε Δευτέρα ζεις περιμένοντας την Παρασκευή και κάθε χρόνο για ν’ ακούσεις στις Απόκριες παλιά, πηχτή στην μνήμη ελληνική pop 80-τιλα και 90-τιλα! Εκτόνωση, ξεβίδωμα και βράχνιασμα και στα διαλείμματα που σφηνώνουν ανάμεσα, μικρά ερωτήματα μπερδεύονται στα vol. του ποτού μου. Τι είναι αυτό που τα κάνει ακαταμάχητα και παρά την καμπουριασμένη από τα χρόνια πλάτη τους, δε μυρίζουν καθόλου ναφθαλίνη; Σαν ένα ακριβό κρασί, ωριμάζουν κάθε χρόνο στο ημίφως μιας σκονισμένης δισκοθήκης… και ξεκλειδώνονται τώρα, σαν το καλό σερβίτσιο της νοικοκυράς. Δυο λέξεις κολλητές, χωρίς περιττές σάλτσες, δίνουν τη μισή απάντηση: ΧΡΥΣΟ ΠΑΚΕΤΟ.



Χρώματα, αναμαλλιασμένες καούκες, ρούχα που σιγοβράζουν τα σπλάχνα σου για λιθοβολισμό και βιντεοκλίπ… αααχχ αυτά τα βιντεοκλίπ, ο απόλυτος καλτ οφθαλμικός οργασμός. Χωρισμένα σε δύο κατηγορίες: στα απλά, τα μονόπλανα low-budget, με τον καλλιτέχνη και το φωτομοντέλο (!?!) να χαριεντίζονται από μπαλκόνια κι αμάξια μέχρι σε πλαζ και πιλοτήρια. Μ’ ένα παιχνιδιάρικο μοντάζ, μια στο καρφί και μια στο πέταλο, μια στην αμμουδιά και μια στη φωλίτσα. Τόσο «εύκολα» κι όμως τόσο αρκετά. Σε μια όψιμη ψυχανάλυση, όσο απλό ήταν το φλερτ, άλλο τόσο και το κλιπάκι. Δεν ήθελε θωρακισμένη μερσεντές το κορίτσι, το’ χες και με τσαγάκι με λεμόνι… Είναι όμως και τ’ άλλα, τα στουντιακά, λουσμένα με φώτα και καπνούς, πλημμυρισμένα από λαδωμένα μπαλετάκια και τον ανεμιστήρα στο φουλ να φλερτάρει με την ψύξη. Μια ψυχαναγκαστική αλλά φιλότιμη προσπάθεια αυτοπροσδιορισμού ως μοντέρνο, η οποία καιγόταν με 32 και θύμιζε τους Τζέτσονς πολύ περισσότερο από οικοδεσπότες του μιλένιουμ.



Τόσα φάουλ, τόσες κιτς τσίμπλες ξεραμένες στα μάτια κι όμως… τόσο ευπρόσδεκτα και τόσο αυθεντικά! Αχόρταγα, εκστατικά κι αν και πεπερασμένα, ταυτόχρονα ανεξάντλητα. Η θύμηση της ανεμελιάς μιας εποχής που καθόταν σταυροπόδι. Η ελληνική 80’s και 90’s pop δεν αποτελεί τυχαία τον πολιορκητικό κριό του καρναβαλικού ξεφαντώματος. Συνδέει 2 γενιές που την αγκάλιασαν από διαφορετικό μετερίζι. Για τους νεότερους είναι τα χοροπηδηχτά μουσικά βήματα που χώνονταν ανάμεσα στα πρώτα βρεφικά. Η πρώτη ολοκληρωμένη επαφή με την αδοκίμαστη ως τότε γλώσσα. Για την προηγούμενη γενιά πάλι, ήταν ο άπατος κουμπαράς που κατέληγαν οι πρώτοι περίσσιοι Κολοκοτρώνηδες. Ο μηρυκασμός της πρωτόπλαστης τότε οικονομικής ευημερίας που’ψαχνε απεγνωσμένα απάνεμες μπάρες. Όποια κι αν ήταν η συνάρτηση, το πηλίκο στο τέλος έβγαινε το ίδιο.



Ρίξε στο γυαλί Four Roses και στην κυρία Alexander και κούνα το μέχρι να ξεχαρβαλώσει. Κι ενώ θα έλεγε κανείς ότι η ελληνική μαγιά της εποχής εκείνης χρησιμεύει σήμερα σαν το κερασάκι στην καρναβαλική τούρτα, στην ουσία συμβαίνει το αντίθετο. Σερπαντίνες, μασκαράδες και περούκες δεν είναι παρά το ντρέσινγκ μιας συνταγής φτιαγμένης για να ξυπνάει το ρυθμό, τα πάθη και τα χαμόγελα. Αφήνοντας στην άκρη αυτή της Βέροιας, δυο αναπλάσεις στη ζωή έγιναν με σοφία. Μία, του συκωτιού που επανέρχεται μόνο του όση κι αν ήταν η κακομεταχείριση και μία, αυτή της όρεξης για ελληνική pop 80-τιλα και 90-τιλα κάθε χρόνο, λίγο πριν σημάνουν οι λαγάνες.





κείμενο: μιχάλης-χασιώτης
εξώφυλλο: κωνσταντία-μαζαράκη
επιμέλεια: αλέξανδρος-κόγκας + τάσος-θώμογλου