Ας γίνει η Ημαθία παράδειγμα προς μίμηση

Κι ας αφήσουμε τα Νόμπελ στους Σουηδούς…

Σαν σήμερα πέθανε ο Ελύτης, ο ποιητής της Ελλάδας και του Αιγαίου. Οι Σουηδοί του έδωσαν κι ένα Νόμπελ, φόρεσαν για χάρη του σμόκιν έξτρα κολλαρισμένο και του ‘σφιξαν το χέρι το δεξί, το χέρι της πένας. Αλλά περνά ο καιρός και μαζί του περνάνε και οι άνθρωποι. Μεταφορικά και κυριολεκτικά. Κι όταν βλέπεις αυτό ακριβώς το ανθρώπινο πέρασμα, τα καραβάνια στις ατέλειωτες διαδρομές τους από την Ανατολή στη Δύση κι απ’ το Νότο στο Βορά συνειδητοποιείς πως ίσως τελικά ο χρόνος να μη μετράει πια. Ο κόσμος στη δυστυχία δεν έχει αλλάξει καθόλου. Ποιοι Δωριείς και ποιοι Φρύγες, ποια συνθήκη της Λοζάνης, στο τέλος δεν αλλάζει τίποτα. Μένει ίσως μόνο η πρώτη εικόνα, αυτή που μόνο με τη βοήθεια της φαντασίας μπορεί να αναδομηθεί: ένα πρωτόγονο πλεούμενο φτάνει από την Αφρική στην Ευρώπη. Η φλόγα της ζωής στην ήπειρο της ευδαιμονίας θεριεύει. Μαζί της αρχίζουν και τα μάτια μας να γυαλίζουν, να λαξεύεται η ψυχή μας στα κύματα του Αιγαίου.

Πόσο πέρασε, ένας χρόνος; Περισσότερο; Από τότε λέω, που πρωτακούσαμε για τα καθημερινά ναυάγια στα ελληνικά νησιά, από τη στιγμή που άρχισαν να οργιάζουν οι θεωρίες συνομωσίας, από τότε που μάθαμε σιγά-σιγά να γράφουμε σωστά την «Ειδομένη». Πόσο καιρό ζούμε συνηθίζοντας να ακούμε καθημερινά για 7, για 8 για 12 παιδιά πνιγμένα στο Αιγαίο του Ελύτη; Σας έχω για πλάκα παιδιά όλου του κόσμου, τρώω το μεσημεριανό μου και βλέπω να πνίγεστε στο Αιγαίο, που ίσως τελικά να μην είναι του Ελύτη, ίσως να είναι δικό μου και δικό σας. Ίσως να είναι ένα ακόμα σημείο στην πορεία σας ή να είναι το σημείο του ποιητή, ποιος είμαι εγώ για να ξέρω;

-Ένα σημείο. Ένα σημείο
και σ' αυτό μπορείς απέραντα να προχωρήσεις
ή αλλιώς τίποτε άλλο δεν υπάρχει πια
-Οδυσσέας Ελύτης, Το άξιον εστί, Η Γένεσις

Πόσο πέρασε, ένας χρόνος που μπορούμε επιτέλους να μετρηθούμε; Να μετρηθούμε λέω, να διαπιστώσουμε πόσο μαλάκες είμαστε ή αν υπάρχει ελπίδα, ποτέ μην είσαι σίγουρος για τίποτα… και περιμέναμε μαζί και την ευκαιρία να αποδείξουμε λίγο κι εμείς με τη σειρά μας πως δεν είμαστε όπως αυτοί που είδαμε στις ειδήσεις, και μας έκαναν να ντραπούμε για λογαριασμό τους. Δε θα κρεμούσαμε εμείς γουρουνοκεφαλές στα σύρματα όπως κάνανε κάποιοι μπερδεμένοι στο Σχιστό, δε θα οργώναμε χωράφια για να μην φιλοξενήσουμε στον τόπο μας ανθρώπους ούτε θα καίγαμε τα κτίρια που προορίζονταν για τον ίδιο σκοπό. Δε θα πουλούσαμε 4 ευρώ το μπουκαλάκι το νερό, δε θα ζητούσαμε είκοσι ευρώ για μια φόρτιση κινητού ή ένα γρήγορο μπάνιο. Δε θα οργανώναμε παράνομα δίκτυα μεταφοράς, χρεώνοντας όσα μας λείπουν για να εκμεταλλευτούμε τη μόνη κινητήριο δύναμη του Ανθρώπου, αυτή τη γαμημένη την ελπίδα.

Εμείς θα είμαστε απ’ τους άλλους. Μια ευκαιρία θέλαμε να το αποδείξουμε και στα γεμάτα. Εμείς θα είμαστε από αυτούς που δείχνουν πως ο πολιτισμός και οι αξίες δεν πουλιούνται στα κεντρικά γραφεία κανενός κόμματος. Εμείς δείχνουμε πως αν μετρηθούμε θα δούμε πως η σφακιανακική ημιμάθεια και οι μπουρδολογίες του Θέμου του κομιστή βρήκαν δοκάρι και πήγαν έξω.

Ποιας φυλής ανύπαρχτης ο γόνος να 'μουν
τότε μόνο ενόησα
που η σκέψη του Άλλου
διαγώνια σαν ακμή γυαλιού
και Ορθόν ως πέρα με χάραζε
-Οδυσσέας Ελύτης, Το άξιον εστί, Η Γένεσις

Εμείς θα γίνουμε σαν τους άλλους, αυτούς που κάνουν σιωπηλά το χρέος τους απέναντι στη φθαρτότητά τους. Στα σούπερ μάρκετ συναντούσα τυχαία ανθρώπους που ήξερα και μ’ έκαναν να ντρέπομαι για τα μπυράκια και τα πατατάκια που σήκωνα απ’ τα ράφια. Νέοι, νεότατοι άνθρωποι αγόραζαν πάνες, βρεφικές τροφές, είδη υγιεινής και τα ρέστα. Μήνες τώρα, ο Βεροιώτης έδειξε τα αντανακλαστικά του, έδειξε την ποιότητά του. Από τη δημοτική αρχή μέχρι τον μαθητή του δημοτικού που κουβάλησε ένα πακέτο μακαρόνια, όλοι μαζί μου δίνουν τη σιγουριά για να αισιοδοξώ και να πιστεύω πως όχι, εμείς δε θα είμαστε σαν τους άλλους, τους λίγους, τους ξεδιάντροπους.

Εμείς θα κάνουμε ό, τι καλύτερο μπορούμε. Ως Μακεδόνες, ως Ημαθιώτες, ως Βεργιώτες, Γιδιώτες, Ναουσαίοι. Ως άνθρωποι με μνήμες προσφυγιάς, και –ας μην το ξεχνάμε ποτέ αυτό- ως εν δυνάμει πρόσφυγες. Κι ας είναι όλα μάταια κι ας βγούμε εμείς οι χαμένοι. Εδώ πληρώσαμε Ολυμπιάδες, τα γούστα του Μπόμπολα, του Κωστόπουλου, του κάθε απατεώνα που μας γάμησε και μας πέταξε χρεωμένους και ταπεινωμένους. Στο να βοηθήσουμε για λίγο συνανθρώπους μας θα κολλήσουμε;

Δε νομίζω.

Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.
Τώρα το χέρι του Θανάτου
αυτό χαρίζει τη Ζωή
και ο ύπνος δεν υπάρχει.
-Οδυσσέας Ελύτης, Το άξιον εστί, Τα πάθη

Σαν σήμερα πέθανε ο Ελύτης, ο ποιητής της Ελλάδας και του Αιγαίου. Οι Σουηδοί του έδωσαν κι ένα Νόμπελ, φόρεσαν για χάρη του σμόκιν έξτρα κολλαρισμένο και του ‘σφιξαν το χέρι το δεξί, το χέρι της πένας. Τώρα θυμόμαστε το Νόμπελ του, αλλά ξεχάσαμε την ποίηση. Γυρεύουμε το Νόμπελ που θα μας αποδείξει ανθρώπους, αλλά ξεχάσαμε τους τρόπους μας. Ας μείνουν τα Νόμπελ στους Σουηδούς, που τα ‘χουν όλη μέρα, τα βλέπουν και τα ‘χουν συνηθίσει.

Εμείς θα μείνουμε στην «ποίηση».

κείμενο: αλέξανδρος-κόγκας
επιμέλεια: ιάκωβος-καγκελίδης + πωλίνα-ταϊγανίδου