Απ’ τη ζωή εν τάφω, στη ζωή γύρω μας

Πάσχα των Ελλήνων, με τις μορφάρες και τη γλύκα του...

Καλώς ή κακώς η Μεγάλη Βδομάδα και η Ανάσταση είναι για τους πιστούς το μεγαλύτερο ετήσιο event, κάτι σαν τα Όσκαρ για τους σινεφίλ και το Ευρωμπάσκετ για τους κολλημένους με τη σπυριάρα. Προετοιμασία, νηστεία, προσευχή και ώρες ατελείωτες στις ακολουθίες. Μέχρι εδώ όλα καλά. Το αστείο της υπόθεσης είναι πως τις μέρες αυτές παρεισφρέει στη σκληροπυρηνική ομάδα των πιστών και το μεγάλο πλήθος των «θεωρητικά» πιστών και δημιουργείται στους ιερούς ναούς μια εικόνα εντελώς γραφική, με τους μισούς να κάνουν τα δικά τους και τους υπόλοιπους να τους κοιτούν απορημένοι… Πάσχα των Ελλήνων, με τις μορφάρες και τη γλύκα του...

Η κυρία «Μετανοείτε»
Σ’ αυτήν την περίπτωση μπορείς να την πατήσεις όπως την πατάς στην αρχή της ταινίας. Εκεί στο σημείο που πέφτει το πρώτο καρέ, εσύ πιστεύεις πως άρχισε η ταινία, αλλά τελικά συνειδητοποιείς πως είναι το σήμα από την εταιρία παραγωγής. Και μετά ξανά και ξανά το ίδιο, μέχρι που αποφασίζεις πως δε θα ξαναδώσεις βάση σε τίποτα αν δεν πέσουν οι πρώτοι υπότιτλοι. Ή στο ΑΤΜ που έχεις μπροστά σου τη θεία (μπορεί και την ίδια ακριβώς θεία) που αργά-αργά κάνει τη δουλειά της, μέχρι που βγαίνει η απόδειξη, ανασκουμπώνεσαι για να πάρεις τη σειρά σου και ξαφνικά βγάζει από κάπου και μια άλλη κάρτα και ξεκινά ξανά την ίδια διαδικασία…. Έτσι κι όταν βρεθείς πίσω της στην ουρά για να προσκυνήσεις την εικόνα του Νυμφίου, τον Σταυρό ή τον Επιτάφιο, σε ψαρώνει με τις απανωτές προσποιήσεις. Σταυρός, μετάνοια, λες θα φιλήσει… Όχι. Μετάνοια. Σταυρός. Κίνηση προς τα μπρος. Φιλάει λες, σίγουρα. Αφήνει έναν βαθύ αναστεναγμό. Μετάνοια. Δεν είναι ότι βιάζεσαι ή κάτι τέτοιο. Είναι ότι σε πιάνει αυτό το άγχος ότι εσύ κάτι δεν κάνεις καλά. Ότι δεν έχεις διαβάσει το μυστικιστικό πρωτόκολλο. Ότι δεν ανήκεις σ’ αυτήν την ουρά.

Η θεία-δρομέας του Επιταφίου
Αυτή η καλή κυρία που κάθε πρωί στο δρόμο σού λέει καλημέρα, σου φέρνει κόλλυβα μια στο τόσο για να συγχωρέσεις κάποιον και που γενικά έχει καταχωρηθεί στο μυαλό σου ως ακίνδυνη, στην περιφορά του Επιταφίου μεταλλάσσεται μπροστά στα μάτια σου σε κάτι ηλεκτροφόρο. Είναι ο Optimus Prime της Μεγάλης Παρασκευής. Σε κλειστές στροφές, ανηφόρες ή άλλες στιγμές που χάνει την αυτοσυγκέντρωσή της και μένει λίγο πίσω από την κεφαλή της πομπής θα την ακούσεις να παίρνει διαφραγματικές αναπνοές και να συγκεντρώνει δυνάμεις. Μετά επιταχύνει, κατεβάζει το κεφάλι σαν τον Μέσι και περνάει αστραπιαία δίπλα σου, σπρώχνοντας διακριτικά και ύπουλα. Ο στόχος είναι η κορυφή και κανένας δε θα μπει στο δρόμο της. Όχι, τουλάχιστον, στη δική της ενορία.

Οι ανυπόμονοι αβγουλομάχοι
Είναι πάντα εκεί. Δεν ξέρω αν είναι οι ίδιοι, δεν μπορεί να είναι οι ίδιοι, αλλά είναι πάντα εκεί. Δίπλα σου. Τους καταλαβαίνεις γιατί είναι ένα μεγάλο, ευδιάθετο μπουλούκι. Είναι ντυμένοι, στολισμένοι, όπως πρέπει για να κάνουν Ανάσταση με τα όλα της. Στο πρώτο «Χριιι» που ακούγεται έχουν πιάσει όποιον βρουν μπροστά τους και τον φιλάνε βιαστικά. Κάτι ψιθυρίζουν ανάμεσα στα δόντια τους. Τη δεύτερη φορά που ακούγεται το «Χριστός Ανέστη» έχουν σχηματίσει έναν μεγάλο κύκλο και έχουν ανά χείρας τα αβγά τους. Μέχρι να ακουστεί και το τρίτο έχουν ξεμπερδέψει, έχουν ξεκαθαρίσει οι θέσεις των νικητών και η κατάταξη των υπολοίπων. Φεύγοντας, λίγο πριν από εσένα, θα έχουν αφήσει κάτω στην πλακόστρωτη αυλή ένα αναστάσιμο χαλί από τσόφλια και μια αίσθηση ανυπομονησίας για τη μαγειρίτσα που ήδη περίμενε πολλή ώρα μόνη της...

Ο κύριος «Ορθοδοξία ή έμφραγμα»
«Φέρε μία ρεβανί με παγωτό να χωνέψουμε κι αν δε χωνέψουμε, δε βαριέσαι σαν σήμερα αναστήθηκε ο Χριστός και σας γλεντάω όλους. Και ποτό φέρε, δεν είμαστε μουσουλμάνοι...» Νήστευε-δε νήστευε, ο συγκεκριμένος κύριος είναι ο πρώτος που θα καθίσει κι ο τελευταίος που θα φύγει απ’ το τραπέζι της Κυριακής. Το συγκεκριμένο τραπέζι είναι το σημαντικότερο της θρησκευτικού καλενταριού και η αλήθεια είναι πως ο άνθρωπος του Θεού δεν πρέπει μόνο να είναι πιστός, αλλά και να φαίνεται πιστός. Θα φάει, θα πιεί κι αν μπορεί θα ρίξει κι ένα μεθυσμένο ζεϊμπέκικο γιαχνί σαν αυτά που βλέπει στον Σπύρο τον Παπαδόπουλο. Αν δε νιώσει τσιμπήματα στην πλάτη κι ένα ελαφρύ μούδιασμα στα άκρα, δε θα σηκωθεί απ’ το τραπέζι, φοβούμενος μήπως τον περάσει η παρέα για κάνα αιρετικό, σχισματικό, αβάπτιστο και τα λοιπά. Θα σκάσει μετά φόβου Θεού Μπορεί να σκάσει απ’ το φαί, να πιει μέχρι να χάσει το φως του, αλλά τουλάχιστον θα σώσει την ψυχή του και θα κερδίσει την αιωνιότητα.

κείμενο: αλέξανδρος-κόγκας
φωτογραφίες: κωνσταντία-μαζαράκη
επιμέλεια: πωλίνα-ταϊγανίδου + ιάκωβος-καγκελίδης