Μαρτς Γδαρτς

Το γιούνισεξ βραχιόλι της Άνοιξης

Τι είναι αυτό που στο δημοτικό το φοράνε όλοι, στο γυμνάσιο λιγότεροι και στο λύκειο για τα αγοράκια είναι αφορμή για δούλεμα και τρολάρισμα; Αυτό που ο παππούς θα έλεγε στη διάλεκτο του χωριού «Ου Μαρτς». Ου Μαρτς λοιπόν, στο δημοτικό που είχε την τιμητική του, ήταν μέτρο σύγκρισης. Μαζί με το ποιανού το μπασκετικό παπούτσι έχει τη μεγαλύτερη αερόσολα και το ποιος έχει το πιο χάι τεκ μηχανικό μολύβι, έφτιαχνε κι ο Μάρτης τις κάστες του.

Πλάι στη λιτή και μίνιμαλ κατασκευή της μαμάς, που έκοψε μια απλή λευκή και μια κόκκινη κλωστή από τα κουβάρια του κουτιού με τα ραφτικά, έβλεπες να σκάνε μύτη στην πασαρέλα κι εξελιγμένα μοντέλα. Περίτεχνες πλέξεις, πιο ακριβά σχοινάκια, κάποια περασμένα σε χάντρα ή ματάκι αντί για έναν απλό κόμπο και κάποια με χοντρά παλαμάρια που μπορούσαν να κρατήσουν μέχρι και μαούνα στον κάβο. Μοιραία ενώναμε τους καρπούς μας – πώς κάνανε οι Πάουερ Ρέιντζερς πριν τη μεταμόρφωση – απλά γινόταν μόνο για τη σύγκριση. Και πώς δείχνει από πάνω, και πώς δείχνει από κάτω, και μέσα στην τάξη χώναμε ανάμεσα και το δάχτυλο και το πηγαίναμε γύρω γύρω σαν αυτιστικά από τη βαρεμάρα.

Να το φοράς, έλεγε η μαμά, για να σε προστατεύει από τον άτιμο τον ήλιο του Μαρτίου, τον «ήλιο με δόντια» που ήταν το βασικό μητρικό επιχείρημα για το κασκόλ. Το φορούσα κι εγώ. Δεν μπορώ να πω ότι στην περίπτωσή μου έπιασε, σε κάποιους άλλους μπορεί, ξέρω όμως με σιγουριά ότι τα κορίτσια φταίνε. Διότι αυτό το σοκολατένιο αργεντίνικο, αυτή η μαυρίλα κάποτε θεωρούταν ασχήμια, κυρίως για τα κορίτσια, που το πρότυπο της εποχής τα ήθελε γαλακτερά και ροδομάγουλα. Τέλοσπαντων, σήμαινε 1η Μαρτίου κι αυτόματα ξεκινούσαν τρία πράγματα: ποιος θα βάλει πρώτος στο σχολείο σορτς για να ξεκινήσουν κι οι υπόλοιποι, ποιος θα φάει το πρώτο παγωτό (στη ζούλα εννοείται τέτοια εποχή) κι αβλεπεί όλοι στο θρανίο με το Μάρτη τους.

Βέβαια, να πούμε κι ότι στο βόρειο ημισφαίριο που ζούμε, η Άνοιξη δεν έρχεται την πρώτη του μηνός αλλά στις 21, άλλο αν εμάς μας έβαζε η δασκάλα να ζωγραφίζουμε τις τέσσερις εποχές στην ακουαρέλα από νωρίς. Κι από την άλλη, βάζεις που βάζεις το αξεσουάρ, πρέπει να το χαρείς και λίγο, τι να φτουρίσει σε δέκα μέρες; Ούτε ν’ αρχίσει να γαριάζει στο μπάνιο δεν προλαβαίνει. Όταν, δε, έφτανε 31, το ’παιρνε η μαμά να το ρίξει στα κεραμίδια στα πουλάκια. Όσοι μεγαλώσαμε σε πολυκατοικία, μας έπαιρνε από το χέρι, μας βόλταρε μέχρι να βρούμε κεραμίδι κι επειδή ήταν ψηλά, πετούσε αέρα κοπανιστό και τάχα σκάλωνε ο Μάρτης στη σκεπή. Μάγος του Άιζενχαϊμ, όχι αστεία.

Τότε βέβαια δεν είχε κανείς μας μυαλό να πει «τι να τον κάνουν, ρε μάνα, τα πουλάκια το σπάγκο;». Ό,τι μας τάιζε, κατέβαινε αμάσητο. Έλεγε όμως ότι τα μαζεύουν για να φτιάξουν τις φωλιές τους. Μπα; Θέλει και λούσα ο πισινός της χελιδόνας; Γδέρνουν τα κλαριά, γδέρνουν; Ένιγουεϊ, μέσα στην παιδική μας αθωότητα, κι αυτό το έθιμο είχε μια γοητεία και μια μαγεία ανεκτίμητη, της οποίας το κόπιραϊτ κατέχουμε περήφανα. Θεωρείται ότι το παμπάλαιο αυτό έθιμο έχει τις ρίζες του στα Ελευσίνια Μυστήρια της Αρχαίας Ελλάδας, το όνομά του όμως το πήρε την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, από το λατινικό όνομα του θεού Άρη (=Mars), γεγονός που δίνει και δίκιο στον παππού του χωριού, που βάζει μόνο ένα φωνήεν στη λέξη. Έκτοτε, υιοθετήθηκε από τις παραδόσεις όλων των βαλκανικών χωρών, όπου η ονομασία του έχει τόση πλάκα όση και το ίδιο το έθιμο: Μαρτενίτσα, Μαρτισόρ, Μπάμπα Μάρτα κι άλλα τέτοια.

Η αλήθεια είναι ότι άξιζε λίγη ομορφιά στον Μάρτιο, μετά από όλα αυτά που του έσουρε η λαϊκή σοφία. Γδάρτης, Παλουκοκάφτης, Κλαψομ…άρτης, Πεντάγνωμος κι ένα σωρό άλλα παρατσούκλια που αναφέρονται στο αλλοπρόσαλλο του καιρού κατά το μήνα αυτό. Είναι λίγο ανωμαλάρα εδώ που τα λέμε, παρ’ όλα αυτά ο Μάρτης θα είναι πάντα το έθιμο που θα μας φτιάχνει τη διάθεση, περιμένοντας μεγαλύτερες και πιο ηλιόλουστες μέρες.

κείμενο: μιχάλης-χασιώτης
επιμέλεια: αλέξανδρος-κόγκας + ιάκωβος-καγκελίδης