Μελίνα...

Μιαν αγκαλιά στην Ειδομένη

Χρωστάω μιαν αγκαλιά στην Ειδομένη. Πισθάγκωνα με οδήγησε σε μια μου μνήμη. Και έτσι όπως έπεσα, ανήμπορος να αμυνθώ στους νόμους της φυσικής- ορμή, βαρύτητα- λούστηκα την πικρογοητεία της.

Άνοιξη! Παρασκευή μεσημέρι τελείωναν όλα στο σχολείο. Μετά το χτύπημα του κουδουνιού- κανονικότατη κουδούνα, με ξύλινη λαβή και οξειδωμένο μέταλλο, θυμάσαι; - ξεχυθήκαμε αλλόφρονες ουρλιάζοντας στην αυλή και έπειτα ανηφορίσαμε για το σπίτι. Κράτησα σφιχτά το χέρι της μικρής μου αδερφής για τον γυρισμό, φορτωμένος και τη δική της σάκα. Ευθύνη τεράστια.

Στο σπίτι, μια έκπληξη μας περίμενε. Ένα- ένα τα γράμματα της λέξης ‘εκδρομή’, ξεστομίθηκαν απ’ τον μπαμπά. Οι τρεις μας- χωρίς την μαμά, που θ’ άσπριζε τα πεζούλια στην αυλή - θα πηγαίναμε προς την Μπάρα…Η Μελίνα πέταξε πρώτη την μπλε ποδιά της και πήδησε στην αγκαλιά του, ρουφώντας όλη την αδυναμία του, από αύρα έως μεδούλι. Έμεινα παγωμένος να παρατηρώ …τη ζήλια μου!

Ήταν η μικρή, ήταν η χαριτωμένη, ήταν το κορίτσι, ήταν και είναι αυτή η σχέση που αναπτύσ σεται ανάμεσα σε κόρη και πατέρα, όπου κανένας νόμος δεν εξηγεί, γιατί…δε χρειάζεται μάλλον. Αυτό το δέσιμο που δεν υπακούει, δεν αναστέλλεται, δεν ερμηνεύεται!

Ξεκινήσαμε τελικά, μαζί με τους ανύπαντρους θείους- αδέλφια του μπαμπά. Περίπου σε μια ώρα φτάσαμε στο στόχο μας. Βουνό!

Ήταν η στιγμή που η φύση ανασταινόταν κι έμοιαζε φόρεμα τσιγγάνας παρδαλό. Ακόμη και τα κατακεραυνομένα έλατα γυάλιζαν στο φως του μεσημεριού και επιδείκνυαν δίχως συστολές τα πάθη που πέρασαν, μ’ έναν εντυπωσιακό τρόπο…Δυο δροσοσταγόνες, αιωρούνταν ελαφρώς πάνω σ’ ένα κλαδί και ιρίδιζαν έρωτα. Αυτά τα έλατα, μοιάζαν με δέντρα φυτεμένα ανάποδα κι έλεγες πως σε λίγο, από στιγμή σε στιγμή, θα πρασινίσουν φυλλωσιές απότομα, ακαριαία θα ζωντανέψουν, για να παραστούν κι αυτά στο πάρτυ που ετοίμαζε για μήνες η εγκυμονούσα.

Μικρές μπάρες, έδιναν τη δυνατότητα να πειραματιστείς με κάποιο γυρίνο φρύνου ή με κάποιου άλλου περίεργου εντόμου. Μιας λιβελούλας. Με μια λάρβα ίσως. Πέτρες, λασπωμένα παιχνίδια και ιστορίες απ’ τους μεγάλους. Λίγο πιο κει, στις πολεμίστρες των ανταρτών, κάποια άστρα έφηβοι, ξώμειναν ξενυχτισμένα από τα χτες και γίναν είπαν σφαίρες. Σφαίρες θαμμένες σε βότσαλα….μπερδεμένες με φυσίγγια κυνηγών. Χρυσός στα χέρια μας .

Η Μελίνα έλαμπε. Τραγουδούσε, γελούσε και φτεροκοπούσε απ’ αγκαλιά σε αγκαλιά. Μια μπάλα με την Χάιντι πάνω, την ακολουθούσε ερωτευμένη τυφλά.

Ύστερα…ύστερα θυμάμαι το κλάμα της, όταν κάποιο κακομαθημένο κλαδί από ένα πεύκο, της άφησε μιαν ελαφριά γρατζουνιά στο πρόσωπο και η αλμύρα των δακρύων της, της έτσουζε επίμονα την πληγούλα. Και αμέσως τον μπαμπά να την βουτά, να την φιλά παντού, να την σκεπάζει αγάπες. Την σήκωσε στους ώμους του και πτήσεις ανακοίνωνε…Τι όμορφη που ήταν η Μελίνα και πόσο την αγαπούσα…πόσο την αγαπώ την ‘μικρή’ μου. Και τότε και πάντα!

Φορούσε κόκκινα παπούτσια. Μόνον αυτό θυμάμαι. Κόκκινα. Πασχαλίτσες στους ουρανούς. Και να κυλούνε δάκρυα που δεν κλαίγαν. Κρυφοχαμογελούσαν. Τα χέρια τους, δυο τρίγωνα ισοσκελή, δεμένα με κάτι ανερμήνευτες συνέχειες…Ζήλια μου…ήρθε ο καιρός κατάλαβα!

Αυτή η εικόνα απ’ τα παλιά, ήρθε να μετρηθεί με μία άλλη

Αυτοσχέδια η σκηνή. Νάιλον ελπίδα, διάφανη προστασία, ευάλωτη στοργή. Ένας πατέρας, δυο κορίτσια- κοντά στην ηλικία της Μελίνας τότε. Δυο ευθύνες για μάτια εκείνος. Δυο φόβοι, μαύρα κουμπιά από σάπιες κλωστές πιασμένα- πόσο ν’ αντέξουν;- Στεγνή ψυχή και στην μεγάλη του αγκαλιά, κρυμμένες-κουρνιασμένες- κουρασμένες, αυτές. Να βρέχει, να πεινάει, να ωρύεται ο καιρός. Να ξεκουφαίνει. Και εκείνος τόσο μικρός στις λύσσες, στις πίσσες που του τύχαν.

‘’Θα σας αγοράσω, είπαν τα μάτια του, μόλις μπορέσω, δυο στρώματα να ξαπλωθείτε, σεντόνια καθαρά θα σας κοιμήσουν και μαλακά προσκέφαλα. Ναι, και βέβαια θα σας λούσω, θα σας χτενίζω τα μαλλιά ώρες πολλές. Χορτάτες θα σας έχω και ύστερα σοκολάτες επιδόρπια, σε ματζόρε βουτηγμένα.. Ναι, και βέβαια παραμύθια θα διαβάζω. Μόνο για εσάς. Ναι, και ζέστη θα σας δίνω και θα ‘μαι αληθινός μπαμπάς. Πατέρας. Όχι σαν τώρα, όχι λειψός, όχι μισός. Και ας μην ευθύνομαι γι’ αυτά που εσείς περνάτε…Μισός! Ναι, και βέβαια κούκλες χαρούμενες και λούτρινα ζωάκια και αρώματα και κοκαλάκια και ροζ φορέματα…και μολύβια χρωματιστά και μπλοκ ζωγραφικής και…’’

ΜΗ, ΜΗΝ ΚΛΕΙΝΕΙΣ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΜΩΡΟ ΜΟΥ, ΜΗ! ΦΟΒΑΜΑΙ, ΦΟΒΑΜΑΙ ΤΟΝ ΚΡΥΟ ΙΔΡΩΤΑ ΣΟΥ. ΦΟΒΑΜΑΙ.

'Θα σας χαϊδέυω τις καρδιές, θα κρύβω πόνους. Να μη ξαναπαντήσουν φράχτες, σύνορα… Για δεν υπάρχουν διαφορές στο πως σφυροκοπούν οι χτύποι των ανθρώπων. Θα σας φιλώ τις φύτρες της ψυχής σας, να μαλακώσουν λίγο και ίσως κάποτε να ξεχαστεί τ’ όνειρο το κακό που σπείραν τα διαόλια'

Χρωστάω μιαν αγκαλιά στην Ειδομένη
αλλά ας μένει
Μια αγάπη σε κουβέρτες τυλιγμένη
στην Ειδομένη
στην Ειδομένη
Πόλεμος……………………για ποιαν Ελένη;
σε ποια Ειδομένη;

κείμενο + φωτογραφίες: γιώργος-κασαπίδης
επιμέλεια: ιάκωβος-καγκελίδης + πωλίνα-ταϊγανίδου