Μέχρι να 'Πάμε Πακέτο' κι ακόμη παραπέρα

Οι αρκουδιάρηδες υπάρχουν ακόμη ανάμεσά μας

Ένας τύπος μπαίνει σε δημόσιες τουαλέτες ενός πολυσύχναστο πάρκο του Ντιτρόιτ, λέμε τώρα. Με την πρώτη ανάσα που παίρνει, γυρίζει αηδιασμένος προς το μέρος ενός άλλου που κατουρούσε παραδίπλα.

-Πω… ρε φίλε, τί σκατίλα είναι αυτή εδώ μέσα;
Για να πάρει την πληρωμένη απάντηση:
-Σε δημόσια ουρητήρια είσαι, τί ήθελες να μυρίζει, Chanel No. 5;

Όσοι αποφασίζουν να δουν «Πάμε Πακέτο» γνωρίζουν πολύ καλά τι ψάχνουν. Η εκπομπή προσφέρει κλάμα, σε μικρές, όχι θανατηφόρες δόσεις. Είσαι ο μέσος τηλεθεατής, ανήκεις δηλαδή σε μια ηλικία που λίγο το συνταξιοδοτικό, λίγο τα αρθριτικά, η εμμηνόπαυση κι ο αιώνιος φόβος του θανάτου στύβουν ολημερίς το στομάχι σου. Ας μη γελιόμαστε, η τηλεόραση γερνάει καθημερινά κι εσύ γερνάς μαζί της. Βλέπεις το Πακέτο επειδή γερνάς και γερνάς επειδή βλέπεις το Πακέτο. Θέλεις να βρεις μια ασφαλή αφορμή για άμεσο, φτηνό και ασφαλές κλάμα με μια ιστορία ξένη, αλλά οικεία που θα την ξεχάσεις το επόμενο πρωί. Καλά κάνεις. Άλλοι στη θέση σου έχουν κάνει χειρότερα πράγματα, μη σκας.

«Μια ακόμη συγκλονιστική ιστορία πρόκειται να παρακολουθήσουμε απόψε στην εκπομπή «Πάμε πακέτο». Η αποστολέας του δεύτερου πακέτου, δεν αντέχει και καταρρέει στην αγκαλιά της παρουσιάστριας!

Έρχεται από τη Βηρυτό, με μία και μόνο επιθυμία: Να εντοπίσει τα ίχνη του αδελφού της, ο οποίος δεν έχει δώσει κανένα σημείο ζωής τα τελευταία 25 χρόνια. Ο Σαμίρ εγκατέλειψε τον Λίβανο, το 1982 με την προοπτική ενός ειρηνικού μέλλοντος, αφού ο εμφύλιος πόλεμος που μαίνονταν στην περιοχή δημιουργούσε τεράστια ανασφάλεια. Ο Σαμίρ βρέθηκε στην Ελλάδα και μέχρι το 1989 διατηρούσε επικοινωνία με τους γονείς και τα πέντε αδέλφια του. Ξαφνικά, όμως, χάθηκαν εντελώς τα ίχνη του, γεγονός που αναστάτωσε την οικογένειά του. Έχοντας κάνει μακροχρόνιες προσπάθειες να εντοπίσει τον χαμένο αδελφό της, η Σαμίρα εναποθέτει τις ελπίδες μιας ολόκληρης οικογένειας στην εκπομπή. Άραγε η εξέλιξη της έρευνας θα τη γεμίσει με ελπίδα ή απογοήτευση; Τι συνέβη στον αδελφό της;»

Ο Σαμίρ πέθανε από έμφραγμα το 2007. Η αδερφή του ταξιδεύει μέχρι την Ελλάδα, εμφανίζεται στην εκπομπή για να της ανακοινωθεί on air ο θάνατος του αδερφού της. Ξεσπά σ’ ένα σπαραξικάρδιο κλάμα, ικανό να συγκλονίσει Κοζάκο βιαστή και πέφτει στην αγκαλιά της απαστράπτουσας παρουσιάστριας. Ω, μα να μην ανησυχεί, η χαροκαμένη Σαμίρα... Η Βίκυ Χατζηβασιλείου ξέρει από πόνο. Έχει κουβαλήσει κι αυτή τον σταυρό της πάνω σε καρέκλες διατροφολόγων, σε αίθουσες pilates και σε 12ποντες γόβες. Έχει δοκιμάσει τα παγωμένα νυστέρια των πλαστικών, την αδίστακτη δυσκοιλιότητα και έχει αντικρύσει κατάματα τον ίδιο τον σατανά με τη μορφή υδατανθράκων. «Τουλάχιστον έφυγε στον ύπνο του, σαν πουλάκι», θα της πει η Βίκυ και η Σαμίρα ανακουφισμένη θα ρίξει έναν λιβανέζικο χορό της κοιλιάς για τα καλά μαντάτα.

Πόσο ανάλγητος πρέπει να είσαι ώστε να θεωρείς φυσιολογικό το να κουβαλήσεις μια πονεμένη γυναίκα από τον Λίβανο μέχρι την Αθήνα για να την κάνεις να κλάψει μπροστά στις κάμερες για 5 λεπτά; Η κυρία Χατζηβασιλείου το κάνει εύκολα, δεν μας έχει δείξει πως έχει πρόβλημα. Εξάλλου είναι τόσο κακή ηθοποιός που σχεδόν μπορείς να ακούσεις μέσα στους λυγμούς και τα ρουφήγματα της μύτης της, το σαρδόνιο γέλιο της επόμενης ημέρας. Της ώρας που θα κρατήσει μπροστά της τα νούμερα της τηλεθέασης και θα διαπιστώσει πως προτιμήθηκε και πάλι από το ΚΑΠΗ Αιγάλεω. «Με την εμπιστοσύνη που δείχνετε στο πρόσωπό μου, με κάνετε να προσπαθώ ακόμη περισσότερο», θα δηλώσει και θα αναζητήσει μια φρέσκια ιστορία για το επόμενο επεισόδιο.

Ένα κοριτσάκι 6 ετών οδηγείται στο στούντιο. Όταν σχόλασε το μεσημέρι από το σχολείο δεν βρήκε ούτε τη μαμά ούτε τον μπαμπά να την περιμένει, παρά μόνο τον ταχυδρόμο του Πακέτου. Όταν αρχίζει το γύρισμα η Βίκυ θα σπάσει τον πάγο ρωτώντας την αν αγαπάει πιο πολύ τη μαμά ή τον μπαμπά. «Και τους δυο το ίδιο!», θα απαντήσει η μικρή και θα κερδίσει το χειροκρότημα κοινού και παρουσιάστριας. Ξαφνικά, το ύφος στο βλέμμα της Βίκυς αλλάζει. Ξεροκαταπίνει. Είναι εμφανώς σε δύσκολη θέση, θέλει κάτι να εξομολογηθεί, κάτι να μοιραστεί με όλους μας, μα… Είναι τόσο δύσκολο! Γιατί, ω για τον Θεό, γιατί η Μοίρα να την έχει καταραστεί μ’ αυτήν την τηλεοπτική θέση; Γιατί όχι ένα τηλεπαιχνίδι ή ένα πρωινάδικο; Αλλά, όχι. Η ζωή θέλει θάρρος. Θέλει αρετή και τόλμη το γυαλί, μικρή μου καλεσμένη.

-Λοιπόν άγγελέ μου, θυμάσαι τη μαμά και τον μπαμπά;
-Μα, ναι. Τους αγαπώ πολύ.
-Ε, ξέχνα τους. Ο μπαμπάς δεν ένιωθε καλά το πρωί και με το αλυσοπρίονο έκανε κάτι κακό στη μαμά. Μετά τιμώρησε ο ίδιος τον εαυτό του. Μα να ξέρεις πως αφού τώρα είναι παρέα, θα είναι σίγουρα πολύ ευτυχισμένοι.

Θα ήταν πολύ εύκολο να βρίσω την κυρία Χατζηβασιλείου ή να αναπαράγω κι εγώ τα όσα ωραία ακούγονται γι’ αυτήν. Δεν θα το κάνω επειδή είναι μάνα κι επειδή πιστεύω πως ο καθένας έχει δικαίωμα στο καργιολίκι. Η παραγωγή, το κανάλι, και οι θεσμικοί οργανισμοί είναι υπόλογοι για αυτήν την ξένη προς τις ελληνικές παραδόσεις εκμετάλλευση του ανθρώπινοι πόνου. Υπάρχουν εγκληματίες που έχουν μεγαλύτερη αίσθηση του σωστού και του δίκαιου. Υπάρχουν έμποροι λευκής σαρκός που θα αηδίαζαν με τις πρακτικές σας. Υπάρχουν άνθρωποι. Όχι μόνο νούμερα. Και μ’ ένα ποτήρι νερό δεν γίνεσαι άνθρωπος.

κείμενο: αλέξανδρος-κόγκας
επιμέλεια: πωλίνα-ταϊγανίδου + ιάκωβος-καγκελίδης