Στη Βέροια συνελήφθη ο Αρτέμης Σώρρας

Κάτω από άκρα μυστικότητα η προσαγωγή του στο ΑΤ Βέροιας

Η ειρωνεία προσωποποιημένη έκανε την εμφάνισή της σε κεντρικό δρόμο της πόλης μας. Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος, έλεγαν οι πρόγονοί μας, κι έλαχε σε μας, στη μητρίδα του μακεδονικού υπερέθνους, ο σκληρός ρόλος της προδοσίας μιας από τις σπουδαιότερες μορφές του νεοελληνικού κράτους. Στον τόπο που ο αδερφός του ευεργέτη Ρακτιβάν χλευάστηκε όσο κανείς, εδώ που ο Αντώνης Τσούπελης αντιμετωπιζόταν έως το θάνατό του ως ένας ιταμός επαίτης, βρήκε ο αρχηγός της Ελλήνων Συνέλευσις τον υγρό, άδοξο τάφο του.

Το χρονικό της προδοσίας
Ήταν λίγο μετά τις 9 και μισή, το βράδυ της Πέμπτης όταν το τηλέφωνο γνωστής πιτσαρίας της πόλης μας χτύπησε με έναν κοφτό, παράδοξα αρχαιοπρεπή τρόπο. Στην άλλη άκρη του ακουστικού, ο πελάτης ζητούσε με περηφάνια και πρόδηλο τον ελληνορθόδοξο προσανατολισμό του 4 πίτσες «ελληνικές». Δωρικό ή λακωνικό, κατά πολλούς, το δείπνο. Ζυμάρι, σπάταλη η σάλτσα ντομάτας, καμιά ελίτσα από βαζάκι, πιπεριά, και λίγο άσπρο τυρί Δανίας.

Ο πακετάς, Π.Δ., έφτασε στην νοικοκυρίστικη οικοδομή της οδού Τσούπελη 40 λεπτά αργότερα. «Χτύπησα το κουδούνι και ανέβηκα σχεδόν τρέχοντας στον 2ο όροφο. Εκεί με περίμενε ένας άνδρας 50 περίπου χρόνων και με ρώτησε τι χρωστάει. Του απάντησα πως η ζημιά είναι 18,40 ευρώ. Την ώρα που μετρούσε τα ψιλά για να με πληρώσει, ένας δεύτερος άντρας βγήκε από μια πόρτα ακριβώς πίσω μας. Φορούσε ένα χρυσό μπουρνούζι, με μαιάνδρους στο ύψος του αγκώνα. Κάτι μου θύμισε. Μόλις με είδε, ο άντρας αυτός έκανε μια βιαστική κίνηση για να φορέσει μια ξανθιά περούκα (τύπου Χριστόδουλου Ξηρού) που βρισκόταν τοποθετημένη στο χερούλι μιας πλαϊνής πόρτας.

Δεν κατάφερε να τη φορέσει χωρίς να τον αντιληφθώ, οπότε ο συγκεκριμένος κύριος, τον οποίο είχα ήδη αναγνωρίσει ως τον καταζητούμενο, Αρτέμη Σώρρα, με πλησίασε με απειλητικό τρόπο και, ενώ ήμουν σε θέση να μυρίσω ήδη το άρωμα του αφρόλουτρου Badedas, μου ψιθύρισε στο αυτί πως θα χω φορτώματα, εγώ ο ταπεινός πιτσαράς, αν διανοηθώ να πω οτιδήποτε. Ταυτόχρονα, με μια αιφνιδιαστική κίνηση, γέμισε την δεξιά τσέπη του αδιάβροχου μπουφάν μου με νομίζματα, τα οποία αργότερα συνειδητοποίησα πως ήταν λιρέτες Ιταλίας.»

Ο ηρωικός πακετάς, Π.Δ., χωρίς να χάσει το θάρρος του ερχόμενος πρόσωπο με πρόσωπο με έναν καταζητούμενο, κάτοχο μιας αμύθητης περιουσίας, αμφιταλαντεύτηκε για το αν θα ήταν αυτός το πρόσωπο που θα έθετε στην ουσία τον ταγό των Ελλάνιων Ιθαγενών Πολεμιστών του φωτός, του Ζηνός, του Απόλλωνα και του Αστέρα Εξαρχείων ενώπιον της προδοτικής, κατοχικής δικαιοσύνης. Εντέλει, η λογική επικράτησε και ο Π.Δ. επικοινώνησε με τις τοπικές αρχές.

Μόλις το περιπολικό της Αμέσου Δράσεως κατέφθασε στο σημείο, ο αρχηγός της πολιτικής κίνησης Ε.ΣΥ. μπούκωνε το στόμα του με ένα κομμάτι της πίτσας που πρακτικά ισοδυναμούσε με το 30% της επιφάνειάς της. Δεν προέβαλε την παραμικρή αντίσταση, ζητώντας μόνο από τους ένστολους διώκτες του να του δώσουν την ευκαιρία να παρακολουθήσει το συμβούλιο του νησιού. Έτσι και έγινε.

Μόλις ο αρχηγός άκουσε πως η Ειρήνη η Κολιδά δεν πρόκειται να συνεχίσει στο παιχνίδι επιβίωσης, ξέσπασε σε λυγμούς, καθώς πίστευε πως η συγκεκριμένη παίκτρια είναι μετενσάρκωση της Ήρας, μια γνήσια μαχήτρια του φωτός, μια υπερασπίστρια του Ελλάνιου μανιφέστου.

Λίγες στιγμές μετά, ο Αρτέμης Σώρρας, Μάκης για τους φίλους, διέσχιζε το κατώφλι του αστυνομικού τμήματος Βέροιας. Ήταν ένα άδοξο φινάλε σε μια ένδοξη πορεία. Μια νίκη των Εβραίων διεθνιστών, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αμαυρώσει το κοινωνικό, εθνεγερτικό έργο του Σώρρα. Διότι η Ιστορία θα γράψει με χρυσοποίκιλτα γράμματα τέτοιους ανθρώπους. Έστω και στο μουνί της, θα τους γράψει.

κείμενο: αλέξανδρος-κόγκας
επιμέλεια: πωλίνα-ταϊγανίδου + ιάκωβος-καγκελίδης