Κάποτε ακούστηκε ένα ΟΧΙ…

Κι εμείς ακόμα ψάχνουμε να βρούμε ποιος το είπε.

Έχει γίνει πια αυτό το ναι, δεύτερη φύση μας. Από το «Ναι σε όλα» της ψηφοφορίας για το μνημόνιο, μέχρι το ναι στο τηλέφωνο. Κι όμως αυτά τα λίγα όχι που έχουμε τολμήσει να ξεστομίσουμε, τα φθονούμε σχεδόν, προσπαθούμε να τα αποκαθηλώσουμε για να φανούμε κι εμείς τάχα εξίσου ωραίοι ως Έλληνες. Είπε όχι ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες, αλλά τι κατάλαβε; Πήγε και σκοτώθηκε και ο εχθρός δεν αναχαιτίστηκε. Ας τους άφηνε, θα τα βρίσκαμε στο τέλος και μ’ αυτούς, οι Πέρσες είναι φίλοι μας. Είπε όχι ο Μεταξάς στον Γκράτσι και τι έγινε; Πήγαν και σκοτώθηκαν τα παιδιά μέσα στα κρύα και στα χιόνια και τελικά ο εχθρός μας την έφερε από αλλού. Γλίτσικα και μοιρολατρικά μεγαλώνουμε. Γίναμε ξαφνικά ορθολογιστές μόνο και μόνο για να αποδείξουμε πως όλοι οι προηγούμενοι ήταν φτιαγμένοι από σκατά και νερό, όπως εμείς, η αστεία κομπανία των μικροαστών Νεοελλήνων.

Όμως αυτή η μέρα έχει κάτι σπουδαίο, κάτι που μπορεί να ξεπεράσει σαν ξιφολόγχη τη μιζέρια μας και την μηδενιστική μας διάθεση. Λίγη δικαιοσύνη και λίγος σεβασμός χρειάζεται. Όποιος αυτή τη μέρα αναμασά τη μοντέρνα, λαϊκίστικη σύλληψη που θέλει το ΟΧΙ να το λέει ο ελληνικός λαός και όχι ο Μεταξάς, είναι επικίνδυνα μαλάκας. Κι αυτό δε το λέω εγώ, αλλά ο ελληνικός λαός. Η συγκυρία το έφερε να βρίσκεται αυτός στην αρμόδια θέση και να απαντά αυτός αρνητικά στην πρόταση συνεργασίας.

Αλλά λένε οι κατσικόμυαλοι προοδευτικοί από κάθε μέσο και πόστο… ο Μεταξάς δεν ήθελε, όμως φοβήθηκε την αντίδραση του ελληνικού λαού. Ναι, φοβήθηκε αυτούς που έκαναν τέσσερα χρόνια παρέλαση την 4η Αυγούστου, φοβήθηκε τους ήδη φυλακισμένους –άδικα προφανώς- κομμουνιστές και ΔΕΝ φοβήθηκε τον πιο εξοπλισμένο στρατό που κλήθηκε ποτέ να αντιμετωπίσει ο ελληνικός στρατός ούτε τον Χίτλερ και την φοβερή πολεμική μηχανή του, που ήδη τον Οκτώβρη του ’40 είχε υποτάξει τη μισή Ευρώπη.

Καλώς ή κακώς ο Μεταξάς, μαχμουρλής, με μπιτζάμες και παντόφλες, έπρεπε να απαντήσει στο τελεσίγραφο που κόμισε ο Ιταλός πρέσβης στις 3 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940. Του έκανε μια δυο ερωτήσεις, δεν του έδωσε την απάντηση που ήθελε να ακούσει ο μακαρονάς και μέσα σε δυο ώρες η πρώτη ιταλική επίθεση είχε ξεκινήσει. Οπότε, υποθέτω πως όταν ο πρέσβης μίλησε με τον Μουσολίνι δεν του απάντησε πως «Ξέρεις Ντούτσε, πήγα στην Κηφισιά στο σπίτι του Μεταξά και εκεί ο ελληνικός λαός μου είπε ΟΧΙ». Δεν θα τον έβρισκε τέτοια ώρα εκεί. Πιθανότερο βρίσκω στην επικοινωνία με τον Μπένι να ανέφερε «Ο κρετίνος μου μιλούσε φορώντας ρόμπα, φτηνές μπιτζάμες και παντόφλες, και όταν έφτασε η κουβέντα στην ταμπακιέρα, μου είπε με λίγα λόγια, βασικά δεν μου είπε ακριβώς, αλλά έπιασε τις μπάλες του και το έπιασα το νόημα. Βάρα τους Ντούτσε, βάρα.»

Και τους βάρεσε. Όμως εκεί που τους βάρεσε βρήκε επιτέλους και τον ελληνικό λαό, τον ελληνικό στρατό που ξεποδαριάστηκε για να φτάσει στο μέτωπο για να πει κι αυτός με τη σειρά του το ΟΧΙ που του αναλογούσε. Και το είπε πολλές φορές αυτό το όχι, τόσο που στο τέλος το σιχάθηκε και άλλαξε τροπάρι, άρχισε να λέει ΑΕΡΑ και ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ και τους μάτωσε τους καλοβαλμένους Ιταλούς με τις ωραίες τους στολές και το ζεστό τους το φαί, αυτός ο στρατός ο κουρελής, με καταξεσκισμένα ρούχα, τρύπια άρβυλα και με την ψείρα να βράζει κάτω απ’ τα κουρέλια του. Καλπάκι, Πίνδος, Κορυτσά, Πόγραδετς, Πρεμετή, Άγιοι Σαράντα, Αργυρόκαστρο, Χιμάρα, Κλεισούρα.

Κουβαλούσαν οι γυναίκες της Ηπείρου σαν τα μουλάρια όλα τα χρειαζούμενα. Τι να πρωτοπείς και γι’ αυτές; Λένε πως θύμισαν τις αρχαίες Σπαρτιάτισσες. Τις ξεπέρασαν. Αυτές τα σκληραγωγημένες μάνες δεν έστελναν απλά τα παιδιά τους να πολεμήσουν για την πατρίδα. Τους πήγαιναν οι ίδιες στο μέτωπο! Μαζί με πολεμοφόδια, τρόφιμα και ιματισμό και στο κατέβασμα έπαιρναν και τους τραυματίες στις πλάτες τους και κουτρουβαλούσαν για τα ανεμοδαρμένα χωριά τους.

Κι όταν την άνοιξη ο Ντούτσε εξαπολύει την εαρινή του επίθεση δεν το κουνάει κανείς από εκεί επάνω. Πέντε μέτρα σε μια μέρα έχασε το ύψωμα 731. Έπεσε πάνω στην κορυφή του τόσο μολύβι, που ξεριζώνονταν τα δέντρα και έβραζε φλεγόμενο σαν καζάνι της κόλασης. Κανένας άλλος τόπος σε όλη τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν δέχτηκε τόσα πυρομαχικά. Κι όμως. Όταν οι Ιταλοί αποφάσισαν να καταλάβουν την κορυφή, θερίζονται από την 5η Μεραρχία Θεσσαλών. Οι τσοπαναραίοι κληρωτοί έχουν σκάψει αλεπότρυπες στο βουνό και δεν έχουν πάθει τίποτα.

Τι να πεις για όλους αυτούς… Για τους νεκρούς της Αλβανίας που ακόμη παραμένουν άταφοι στις βουνοκορφές. Για αυτούς που είπαν όχι και πάλι όχι και μας έκαναν για ακόμη μια φορά μάγκες. Αλλά και για τους άλλους που αντιδρούν, που μπερδεύονται, που αμφιταλαντεύονται, που ολόκληρη η ύπαρξή τους περιορίζεται στο μήκος της κλωστής που κινεί τα άκρα τους. Ας είναι. Πάντα θα βρίσκονται κάποιοι τσοπαναραίοι να φυλάξουν Θερμοπύλες. Και όπως λέει κι ο ποιητής:

Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

κείμενο: αλέξανδρος-κόγκας
επιμέλεια: πωλίνα-ταϊγανίδου + τάσος-θώμογλου