Οι Γκόμενες Του Δεκαπενταύγουστου

Σπυριάρη, έρχεται η στιγμή σου

Η ζωή είναι μικρή και τα καλοκαίρια της ακόμη μικρότερα. Βέβαια έχουμε αναπτύξει κι εμείς μηχανισμούς να ξεπερνάμε κάτι τέτοιες οδυνηρές αλήθειες, τι διάολο ιντελεκτουέλ μικροαστοί θα ήμασταν αλλιώς… Ψυχοφάρμακα, αλκοόλ, ονειροφαντασίες. Ζούμε τη ζωή μας περιμένοντας. Πιο μικροί περιμένουμε πότε θα μεγαλώσουμε, μετά περιμένουμε το δώρο κάτω απ' το δέντρο, την Κυριακή της ξεκούρασης, τις αργίες, το τρένο, τα Σαββατόβραδα του σκυλάδικου, τον Γκοντό, τον πούστη τον κοντό, τη σύνταξη, την κληρονομιά, τον θάνατο. Πάντα όμως περιμένουμε το καλοκαίρι. Τα καλοκαίρια φτιάχτηκαν για να φτιαχνόμαστε κι εμείς και να τα περιμένουμε. Είναι το εποχικό καρότο που μαθαίνουμε να κυνηγάμε από την πρώτη τάξη του δημοτικού σχολείου μέχρι τα χρόνια της σπονδυλοαρθρίτιδας.

Θα φας μωρή και θα ψεύδεσαι για εννιά μήνες. Θα φας να σκάσεις, αλλά κάπου εκεί το Πάσχα με την τελευταία κουταλιά μαγειρίτσας στο στόμα θα αρχίσεις να γκουγκλάρεις τις δίαιτες αστραπή, κεραυνός, εξπρές, και θα προσεύχεσαι στον Άγιο Μάμα να σου κλειδώσει το στόμα και να σε απεξαρτήσει άμεσα από τα ξύγκια. Κι εκεί που τηγάνιζες μέχρι και τον καφέ σου και ξυπνούσες κάθε πρωί με μουσταρδομαγιονέζα στο μαλλί και πατατάκια στο βρακί σου, θα βάλεις το κολάν σύσφιξης και θα φτύσεις το αίμα που βύζαξες με τα ντιβιντί της Πετρουλάκη. Κι όλα αυτά επειδή δεν αργεί, έρχεται καλπάζοντας το καλοκαίρι και φέρνει μαζί του όλα όσα σκέφτεσαι γι αυτό. Πάρτι στην αμμουδιά, αλμύρα στο ηλιοκαμμένο κορμί, μαγικά ηλιοβασιλέματα και κυρίως αυτοί οι θαυμάσια εφήμεροι καλοκαιρινοί έρωτες σε περιμένουν. Ο πειρατής έχει σίγουρα σηκώσει ήδη την παντιέρα του κι ανοίγεται στο πέλαγος με στόχο τον δικό σου καλοκαιρινό προορισμό, ο οποίος θα είναι μαγευτικός εφόσον δεν σου θυμίζει το σπίτι σου.

Πρώτο μπάνιο με τις φίλες. Πασαλείφεσαι με λάδια και βούτυρα, απλώνεις το φορμαρισμένο σου κορμί πάνω στην πετσέτα που σου έκαναν δώρο από τον Χόντο. Καλά είναι λες και ανοίγεις τις Πενήντα αποχρώσεις του γκρι στη σελίδα 57. Το βραδάκι κοκτέιλ, αέρινα φορεματάκια και το βλέμμα ξένοιαστο και ερωτεύσιμο. Δεν μπορεί, από κάπου θα έρθει ένας Βίκινγκ να εκτιμήσει τη γήινη ομορφια σου και να σου μιλήσει για τα φιόρδ και το βόρειο σέλας όσο σου κατεβάζει το βρακί. Ή ένας Μεσόγειος με επίθετο που λήγει σε φωνήεν ή έστω τονίζεται στη λήγουσα. Θα κερδίσεις την προσοχή του απόψε, ειδικά έτσι που τύλιξες το λαιμό σου με την καινούργια πασμίνα. Οι φίλες σου αποδείχτηκαν φτηνές, έπιασαν παρέες με κάτι ντόπιους κάγκουρες και ξεμοναχιάζονται με περιπτερόμπυρες. Έλεος. Εσύ παραγγέλνεις κι άλλο κοσμοπόλιταν που δεν σ' αρέσει και πολύ, αλλά έτσι το είχες σκεφτεί απ' τον χειμώνα ακόμα.

Το πρωί στην παραλία οι σελίδες του βιβλίου γυρνούν πιο γρήγορα απ' ότι είχες προβλέψει έτσι που μένεις καρφωμένη στην ξαπλώστρα. Οι φίλες σου κακαρίζουν λέγοντας ιστορίες για τους τσομπαναραίους εραστές τους. Να θυμηθείς όταν γυρίσεις σπίτι να μην τις κάνεις πολύ παρέα. Τσουλάρες είναι χωρίς επίπεδο. Να τες πάλι πλατσουρίζουν με τα χωριατόπαιδα. Το βράδυ να βάλεις οπωσδήποτε τις πλατφόρμες που σηκώνουν δυο δάχτυλα τον κώλο σου. Κι αυτός ο ήλιος να πέφτει κάθε βράδυ μες στη θάλασσα και να μην έχεις ένα μπράτσο τυλιγμένο γύρω απ' την μέση σου, να μην ακούσεις στο αυτί εκείνες τις στιγμές δυο κουβέντες στα γαλλικά. Το τελευταίο βράδυ αυτές οι χαζοβιόλες που έσερνες μαζί σου θα αποχαιρετιούνται με τους γύφτους στα στενάκια κι εσύ θα πίνεις μαζί με τα κοσμοπόλιταν, σφηνάκια τεκίλα. Στο φέρι της επιστροφής θα συνειδητοποιήσεις πως τα μόνα που τελείωσαν είναι το βιβλίο και οι καλοκαιρινές σου διακοπές.

Είχες δεν είχες έγινες γκόμενα του δεκαπενταύγουστου. Περίμενες ολόκληρη χρονιά έναν καλοκαιρινό έρωτα γεμάτο πάθος, μυστήριο και πόνο στο φιλί του αποχαιρετισμού. Το μόνο που σου έμεινε είναι ένα περιποιημένο μπικίνι και ένα θερινό απωθημένο. Τώρα είναι η στιγμή να μπεις εσύ στο πλάνο σπυριάρη συμφοιτητή, ασχημομούρη γείτονα, ανέραστε συνάδελφε. Έχεις μπροστά σου μια τυπική περίπτωση θηράματος σε σύγχυση. Αν έχεις ένα δράμι μυαλό θα μπορέσεις να ενσαρκώσεις τον συμπρωταγωνιστή σε όλες τις σκηνές που ήταν έτοιμη να γυρίσει αυτό το καλοκαίρι. Έτσι είναι οι γκόμενες του δεκαπενταύγουστου. Σαν τα κατσίκια στη Βαρβάκειο το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου. Μπορεί το μάτι να έχει θολώσει λίγο επάνω στο τσιγκέλι, μπορεί η τιμή τους να έχει πέσει στο μισό, αλλά είναι εκεί τσίτσιδα και περιμένουν εσένα να τα σουβλίσεις.

Και πρέπει να συνεχίσουμε τώρα έτσι… Με ανταλλαγές υγρών, μακριές τρίχες στον νιπτήρα, κατεβασμένα καπάκια λεκάνης και τρυφερότητα. Πρέπει να μηδενίζει ξανά η ζωή μπροστά από το υπέροχο τόξο που σχηματίζεται όταν κάποιο βρακί καταβαίνει για σένα, να χάνεις τα λόγια σου, το χρόνο σου, την υπομονή σου, τα λογικά σου. Πρέπει να… σταματήσω και να τρέξω να βρω το άλμπουμ για το μουντιάλ της Βραζιλίας. Θα το συμπληρώσω όλο και πού ξέρεις… μπορεί να κερδίσω το ποδήλατο.

κείμενο: αλέξανδρος-κόγκας
επιμέλεια: πωλίνα-ταϊγανίδου + τάσος-θώμογλου