Τα μπαράκια που όταν μεγάλωσαν δεν έγιναν μπαρ - the sequel

Σταρμπαξοποίησης συνέχεια Vs Σεβασμός, ιεροτελεστία, συγκίνηση

Δεν θα ήθελα να ζω σε κανένα άλλο μέρος του πλανήτη. Είμαι τόσο περήφανος για την ρεβανοκεντρική πόλη μας που συχνά ονειρεύομαι πως ποτίζω όλο τον κόσμο νερό από τη Μπαρμπούτα και σχεδόν ταυτόχρονα ένα μαγνητισμένο πλήθος μετοικεί στη Βέροια και σώζεται από μια αφόρητα πληκτική ζωή. Στη Βέροια οι λόγοι για να χαρείς και να νιώσεις περήφανος είναι λίγοι και πολύτιμοι. Είναι πολύτιμοι ακριβώς επειδή είναι λίγοι. Στα πλακόστρωτα της αιώνιας βροχής και πίσω από τα καχεκτικά φώτα του δήμου κάποιοι θα προσπαθήσουν με γενναιότητα να μειώσουν με αλκοόλ το αβάσταχτα υψηλό ποσοστό νερού που περιέχει το σώμα τους.

Υπάρχουν και υπήρχαν όμορφα μαγαζιά στη Βέροια. Η σταρμπαξοποίηση όμως μας ήρθε από μακριά και δεν αφήνει περιθώρια στους καταστηματάρχες να λειτουργήσουν όπως θα όφειλαν σε άλλες πιο ρομαντικές εποχές. Το all day coffee-bar (ένα πράγμα σαν εικοσιτετράωρο μπουγατσοπατσατζίδικο δηλαδή) έχει ευνουχίσει τις σπαραξικάρδιες, αλλά μάταιες προσπάθειες που έγιναν και γίνονται κατά καιρούς. Παράλληλα με την μετουσίωση της πόλης μας από μικρή Ιερουσαλήμ σε μικρή Μύκονο μεταλλάχτηκε και η βαριά και κατανυκτική ατμόσφαιρα του μπαρ σε έναν εμμηνοπαυσιακό παροξυσμό στα όρια σκηνής brunch στο ειδεχθές Sex and the city. Ας πούμε όμως ότι σας περιμένω στο μπαρ τον ονείρων μου…

Ανοίγεις την πόρτα και σε χτυπάει κατακούτελα ένα περίεργο χαρμάνι φτιαγμένο χρόνο με τον χρόνο από αρωματικούς καπνούς, βαριά ποτά και ευτυχισμένους ιδρώτες. Δεν κοιτάς τι υπάρχει στον τοίχο και τι κρέμεται πάνω απ το κεφάλι σου. Δεν αντέχω να ακούω για τη διακόσμηση των μπαρ. Ποιος ενδιαφέρεται; Είναι σαν να μου λες ξέρω έναν καλό ανδρολόγο και να σε ρωτάω αν στην αίθουσα αναμονής κυριαρχεί το πράσινο της ελιάς ή το πορτοκαλί της αισιοδοξίας. Πίσω από την μπάρα ένας καλοστεκούμενος ηλικιωμένος, φορώντας ένα πάλλευκο πουκάμισο κουμπωμένο ως τις αμυγδαλές, στέκεται ακουμπώντας ελαφρά τις γροθιές του στο πάσο. Μαύρο, πένθιμο παπιγιόν, λουστρίνι που μπορεί να καθρεφτίσει ακόμα και τα εγκεφαλικά του κύτταρα. Τραβάς το δερμάτινο σκαμπό που με δυσκολία μπορείς να υποψιαστείς το αρχικό του χρώμα και περιμένεις. Σε σερβίρει με την σοβαρότητα της ιεροτελεστίας, απρόσωπα και κυρίως σεβάσμια. Η στάση του οφείλει να είναι μια σπονδή στους προγόνους μας που οδήγησαν την τέχνη του στα τραπέζια των θεών.

Τα μάτια σου τρεμοπαίζουν για μια στιγμή και απέναντί σου είναι ένα μουσάτο αντίγραφο του Σάκη Ρουβά του Πειραιά, που δεν σταματάει να γελάει, να μιλάει, να φλερτάρει και γενικά να συμπεριφέρεται σαν να βγήκε βόλτα με τους φίλους του. Το μπαρ δεν είναι εξώστης ούτε ο πελάτης σου ήρθε εκεί για να σε αποθεώσει. Είσαι εκεί για να αποθεώσεις την εργασία σου και τα προϊόντα της εργασίας σου. Να φροντίσεις να αντιμετωπίζεις τα ποτά σου όπως ένας γέρος τσαγκάρης ένα ζευγάρι παλιά χειροποίητα ιταλικά παπούτσια. Με δέος και διακριτική συγκίνηση.

Αλλά μήπως είναι αυτό που μας τραβάει μακριά απ το ιδανικό; Κάπου υπάρχει ένα όμορφο ποτήρι, ένα έξυπνο σουβέρ, θαυμάσια τραγούδια. Κάπου αλλού υπάρχουν τα ελεεινά κλεφτοπότηρα, αυτά μια τις εσοχές, τους διπλούς πάτους και το θεόχοντρο γυαλί. Κάπου υπάρχει κάποιος που πίνει ένα ποτό ίσως μεγαλύτερο σε ηλικία από αυτόν, κάπου υπάρχει κάποιος που θεώρησε έξυπνο να δεσμεύσει μια θέση στο μπαρ για να πιει μια Σουρωτή ή ακόμα χειρότερα, το άλλο το ανεκδιήγητο, το ξέρασμα υποκουλτούρας που θα πετυχαίνω πάλι καλοκαιριάτικα μπροστά μου: Μπύρα Καραϊβικής. Να πληρώσει όσο ένα αξιοσέβαστο ποτό -που ο ίδιος ο πάγος θα νιώθει ωραία που λιώνει μέσα του και θα παραδέχεται πως η ζωή του πήρε αξία από αυτήν την τελική θυσία του και μόνο - για να πιεί εισαγόμενο κάτουρο με ένα κουκουτσούχο λεμονότουβλο στριμωγμένο στο χείλος του μπουκαλιού.

Αλλά ας πούμε πως ο καθένας κάνει τις επιλογές του. Ακριβώς αυτό λέω. Ας επιλέξουμε να κάνουμε αυτό που είμαστε προορισμένοι να κάνουμε, με αφοσίωση και κυρίως με αγάπη. Αλλά με τα πολλά στέγνωσα και μια σουρωτή με λεμόνι στο μπαρ θα ήταν ότι πρέπει για να ξορκίσω τους Κάβειρους και τους διονυσιακούς υδροσκόπους της μικρής μας, σκωτσέζικης και αποστολικής πόλης.

κείμενο: αλέξανδρος-κόγκας
επιμέλεια: κωνσταντία-μαζαράκη + τάσος-θώμογλου