Τα μπαράκια που όταν μεγάλωσαν δεν έγιναν μπαρ

O λόγος ύπαρξης της μπάρας, των σκαμπό και των μπουκαλιών απέναντί σου...

Ο αρθρογράφος και οι υπεύθυνοι σύνταξης κρίνουν σκόπιμο, προς καλύτερη κατανόηση του θέματος που θίγεται, η ανάγνωση να συνοδευτεί απαραιτήτως μετά του παρακάτω κομματιού. Ευχαριστούμε για τη συνεργασία.

Το τρέμουλο απ’ τους καφέδες παραμένει. Ανοίγει κι ο καιρός και ξέρεις πως είναι πλέον θέμα χρόνου να γεμίσουν τα πεζοδρόμια τραπέζια, σταντ, καρέκλες κι αυτά με τη σειρά τους να φιλοξενήσουν τύπους με πολύχρωμα μπλουζάκια με V-neck, πεταχτές φλέβες στο δικέφαλο και τατουάζ με κινέζικα ιδεογράμματα… Φρέντο να είναι και δεν θα τα χαλάσουμε. Φρέντο εσπρέσο, φρέντο καπουτσίνο, φρέντο αλπατσίνο και κάτι τέτοια όμορφα και παγωμένα σε όλες τις κλίσεις και τις φωνές.

Άνοιξη στην όμορφη πόλη μας, στην πόλη που ονομάζει λεωφόρο Ανοίξεως έναν δρόμο μισής λωρίδας. Μπορεί να μην μάθαμε τι σημαίνει λεωφόρος, από την υπερβαλλόντως όμως τιμημένη (λόγω της συγκεκριμένης ονοματοθεσίας) άνοιξη, μάθαμε πολλά. Μάθαμε πως δεν έχει σημασία ο δρόμος, δεν θα σε οδηγήσει πουθενά, ο δρόμος είναι μια αφορμή να βγουν τραπεζάκια γύρω του, πάνω του, παντού. Η άνοιξη των τραπεζοκαθισμάτων. Ο καφές κι η άνοιξη, ο Ήλιος που κάνει ξανά νερό τον πάγο, πώς να μην τραβήξεις την καρέκλα; Μασλάτι, χουλιαμάς, καβλάντισμα και ανακάτεμα. Μια ζωή ευερέθιστη, νευρική και πανέμορφη.

Αλλά έχει κι αλλού δουλειές ο Ήλιος. Βραδιάζει. Σκοτάδι να το κόβεις με το μαχαίρι. Τα τελευταία γυαλιά ηλίου (με χαρακτηριστική καθυστέρηση είναι η αλήθεια) μπαίνουν ξανά στις θήκες τους, τα δίχρονα μηχανάκια και τα καγκουράμαξα επιστρέφουν στις βάσεις τους για να ξεβραχνιάσουν και οι εσπρεσομηχανές σφυρίζουν καταθλιπτικά σαν τα τρένα που φορτώθηκαν και χάνονται στον ορίζοντα. Απολογισμοί, αναδιοργάνωση, κάποιος ζητάει ένα ποτό. Φυσιολογικό. Η ώρα έχει περάσει, τα νεύρα έχουν γίνει κρόσσια… Ναι, μα πώς μπορείς να πιεις το ποτό σου πλάι σε άδεια ποτήρια καφέ, πώς να ευχαριστηθείς το γεύμα σου όταν δίπλα σου πεθαίνουν απ την πείνα, πώς να ζωγραφίσεις ένα φλεγόμενο πευκοδάσος; Ό,τι πιείς θα γίνει ξύδι και νερό, θα μοιάζει με μουσακά σε εστιατόριο-κατουράδικο της εθνικής οδού.

Η αλήθεια είναι πως όταν σκέφτομαι τα μπαρ, γίνομαι απόκοσμα ρομαντικός. Το θέλω σκοτεινό το μπαρ μου, χωρίς πολλές τσιρίδες και μουσικές, χωρίς τίποτα να σε απομαγνητίζει από αυτό που οφείλει να είναι ο σκοπός της παρουσίας σου: να πιείς. Να πιείς αργά, άτσαλα, τεμπέλικα, ανεπιτήδευτα, ακόρεστα. Να πιείς σαν να μην υπάρχει αύριο και να μην νιώθεις ενοχές γι αυτό. Γιατί ακριβώς αυτός είναι ο λόγος ύπαρξης της μπάρας, των σκαμπό και των μπουκαλιών απέναντί σου. Να τα πιείς. Συγχωρέστε μου την ωμότητα, αλλά το να πηγαίνεις σε μπαρ για να κοινωνικοποιηθείς και να είσαι δραστήριος είναι σαν να πηγαίνεις σε μπουρδέλο για να κάνεις μαθήματα αγιογραφίας. Έτσι το βλέπω.

Δηλαδή δεν μπορείς να είσαι ευτυχισμένος μέσα σε ένα μπαρ τραβεστί. Σ αυτό που λέμε καφέ- μπαρ δηλαδή, με τα τοστάκια, τα κουλουράκια και το ουίσκι τριπλής απόσταξης στον ίδιο κατάλογο. Να είσαι δηλαδή προορισμένος για να προσομοιάζεις σε πάγκο Κινέζου με σκυλάκια με αλσχάιμερ, ηλεκτροφόρες ρακέτες και φορητές ραπτομηχανές. Γιατί να είναι όλα αυτά τόσο λάθος; Γιατί να είμαι αναγκασμένος τα καλοκαίρια στους Αγίους Αναργύρους να τρώω καλαμπόκι από τον ίδιο άνθρωπο που το χειμώνα πουλάει κάστανα; Αν αγαπάς το καλαμπόκι δεν μπορείς να του φέρεσαι με τέτοιο στυγνό επαγγελματισμό. Αν σκέφτεσαι ως προαγωγός ροφημάτων και όχι ως οικοδεσπότης, έχεις σκοτώσει την ατμόσφαιρα.
...to be continued

κείμενο: αλέξανδρος-κόγκας
επιμέλεια: κωνσταντία-μαζαράκη + ιάκωβος-καγκελίδης