Η πιο cult ελληνική φυλή αλλάζει

Κι όσο γράψει το ταξίμετρο…

Μια τυχαία μέρα, ας πούμε μια Τετάρτη του Φλεβάρη, έχεις πέσει ένα μισάωρο έξω στον προγραμματισμό σου και αναγκάζεσαι να πάρεις ταξί. Εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα, αυτήν την τυχαίως επιλεγμένη Τετάρτη δεν έχεις κάνει απολύτως τίποτα για να αξίζεις κάτι καλό ως ανταμοιβή από τη ζωή. Ούτε γριές πέρασες στο απέναντι πεζοδρόμιο, ούτε πατάτες καθάρισες στο συσσίτιο του δήμου, ούτε απέφυγες να βρίσεις χυδαία αυτήν την καργιόλα, τη γειτόνισσά σου. Κι όμως, μια ανώτερη δύναμη σε παίρνει ξαφνικά απ’ το χεράκι και σε οδηγεί σε δρόμους σπάνιας ηδονής. Η μοίρα έρχεται για να παίξει με το μυαλό σου.

Ανοίγεις, λοιπόν, την πόρτα του ταξί και μια διακριτική μυρωδιά λεβάντας σε πιάνει απ’ το λαιμό και σε κάνει να ξεχάσεις τον προορισμό σου. Κοιτάς απ’ τον καθρέφτη τον οδηγό και βλέπεις έναν γεματούλη νεαρό, να περιμένει χαμογελαστός πότε θα ελεήσεις να μιλήσεις. Είναι μάταιο. Η σφαλιάρα της πραγματικότητας σου χάρισε μια ελαφρά διάσειση. Δε βγαίνει κουβέντα, αλλά εξακολουθείς να κοιτάζεις μπροστά σου. Είναι λουσμένος, ξυρισμένος, φοράει μια συμπαθητικότατη φούτερ και το αυτοκίνητό του λάμπει. Ούτε στάχτες ούτε σκόνες, ούτε καν το κλασικό, τεράστιο φραπεδοπότηρο με τους ξεραμένους αφρούς να φτιάχνουν χάρτες στα τοιχώματα.

-Πού πηγαίνουμε, κύριε;
-Μισό λεπτό και θα σας πω.

Βγαίνεις έξω, φέρνεις μια βόλτα γύρω-γύρω το ταξί, πειράζεις με το χέρι τη φωτεινή επιγραφή στην οροφή για να βεβαιωθείς ότι υπάρχει στ’ αλήθεια και ξαναμπαίνεις στο αμάξι, χτυπώντας επίτηδες την πόρτα ένα κλικ πιο δυνατά. Κλείνεις τα μάτια για δυο δευτερόλεπτα και περιμένεις να ακούσεις το γαμωσταυρίδι που θα σε επαναφέρει στη ζωή που έμαθες από μικρό παιδάκι. Τίποτα. Ανοίγεις τα μάτια με σκοπό να εντοπίσεις το ταξίμετρο, τη σημαία, την πινακίδα με τα στοιχεία του ιδιοκτήτη. Όλα στη θέση τους. Σε λένε Αλέξη, είσαι καλά και είσαι μέσα σε ταξί.

Δέκα λεπτά μετά, δεν ξέρεις αν θέλεις να γελάσεις ή να κλάψεις με τον κόσμο που αλλάζει γύρω σου και σου αφήνει μόνο αναμνήσεις. Τι απέγινε ρε, στην κίτρινη φυλή; Από πότε οι ταρίφες πέταξαν την πετσέτα απ’ το σβέρκο και τη χριστοπαναγία απ’ το στόμα; Το πιο cult επαγγελματικό σινάφι μπαίνει με τις μπάντες στη νέα εποχή κι αφήνει πίσω του όλους εκείνους τους παλαίουρες του κλάδου, που τοποθέτησαν με τον αντιεπαγγελματισμό τους τον Άγνωστο Ταξιτζή στο βάθρο με τους πλέον απεχθείς νεοέλληνες.

Κάποιοι λένε πως η αρχή της «μετάλλαξης» μπορεί να τοποθετηθεί στους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004. Τότε δηλαδή που κάποιοι αρμόδιοι, γνωρίζοντας τις ελεεινές κριτικές που γράφονται για τους Έλληνες ταξιτζήδες στους ξένους τουριστικούς οδηγούς, έκαναν λέει αγώνα δρόμου για να προετοιμάσουν «το στόλο». Αμ, δε.

Μπήκαμε σε ταξί και μετά το 2004, κυρία μου. Μυρίσαμε αυτό το εξαίρετο καλοκαιρινό χαρμάνι καπνίλα-μασχαλίλα-σκατίλα, αναγκαστήκαμε –έστω και για λίγες στιγμές- να συμβιώσουμε με τις τρεις χαρακτηριστικότερες κατηγορίες Έλληνα ταξιτζή:

Ο ταξιτζής- εραστής

«Εσύ αδερφέ, από μύδι αχνίζεις τίποτα;» Αν αυτή είναι η πρώτη απόπειρα να σου πιάσει την κουβέντα, κάνε μια χάρη στον εαυτό σου και πήδα έξω απ’ το εν κινήσει όχημα. Θα ακολουθήσουν επικές ατάκες, μνημεία μισογυνισμού και μυθοπλασίας. «Και μου δίνει απ’ τον καθρέφτη ένα σταυροπόδι Σάρον Στόουν η πατσαβούρα μέρα μεσημέρι και με προκαλάει. Ρε παλουκάρι ναούμε, άνθρωπος είμαι, τον θέλω το μεζέ μου, καταλαβαίνεις». Αν είσαι υδραυλικός μπορείς άνετα να παίξεις στην ίδια κατηγορία μαζί του και στο τέλος ίσως καταλήξετε και φιλαράκια. Στην αντίθετη περίπτωση απλώς θα αναγκαστείς να φτάσεις στον προορισμό σου ξεφυσώντας.

Ο ταξιτζής- προπονητής

«Εσύ δικός μας είσαι, σε κόβω από φάτσα. Οι βάζελοι έχουν κάτι στα μούτρα τους περίεργο, αυτό της νυφίτσας, ρε παιδί μου». Θα ακούσεις για τα παλιά χρόνια, τότε που έπαιζαν παιχταράδες και δαγκώναν σίδερα, όχι όπως τώρα μ’ αυτά τα μυγοχέσματα, μόνο τατουάζ και μαλλί με μπριγιαντίνη. Θα ακούσεις για τότε που ο ίδιος, έφηβος ακόμα, σκορπούσε ελπίδες για μια τεράστια καριέρα. Μεγάλο ταλέντο, αλλά πού μυαλό. Ναι, αυτό το τελευταίο, θα μπορούσες να το διαπιστώσεις και χωρίς καμιά αναφορά στο ταλέντο. Ο καλύτερος τρόπος για να αποφύγεις την κουβέντα είναι να δηλώσεις εξαρχής, εντελώς σοβαρά: «Εγώ κύριέ μου, έχω αφιερωθεί με όλη μου την καρδιά στη βυζαντινή μουσική. Δεν παρακολουθώ ποδόσφαιρα.» Θα σε πάρει για λιβανιστήρι και θα σ’ αφήσει στην ησυχία σου.

Ο ταξιτζής- πολιτικός

Ίσως η πιο επικίνδυνη κατηγορία, κυρίως εξαιτίας της δυσκολίας να αποφύγεις μια οποιαδήποτε απόκριση, έστω και με τη μορφή ψευτοχαμόγελου. Ενίοτε μπορεί να παρασυρθείς και να καταλήξετε να βρίζετε εν χορώ όλους τους κυβερνώντες, από τα χρόνια του Πεισίστρατου, μέχρι τα χρόνια του Αλέξη. «Πρώτη φορά αριστερά, τέτοιο γαμήσι πουθενά… αλλά κι οι άλλοι φάγανε, φάγανε, έσκασαν. Είναι χαζός ο Γερμανός, τα λεφτά του θέλει πίσω. Ο Ρώσος είναι φίλος, τον Κινέζο και τον Πατρινό να φοβάσαι, κι αυτός ο Καμίνης έχει κάνει την Αθήνα μπουρδέλο, ο κάθε άσχετος έρχεται εδώ, βγάζει δίπλωμα και μας κάνει τον σοφέρ».

Η αλήθεια είναι ότι αυτό που οδήγησε σε αυτήν την συμπαντική αλλαγή είναι η ανάγκη του νέου ανθρώπου να δουλέψει το ταξί του έξυπνα και τίμια, με τη νοοτροπία της φιλοξενίας στο χώρο του κι όχι της βίαιης εισβολής σ’ αυτόν. Η λογική του «κι άμα θέλεις» έχει δώσει τη θέση της στη λογική του «αν επιθυμείτε». Μετά είναι το Τaxibeat. Αυτή η επανάσταση στο ταξί, που σε βοηθάει να βρίσκεις στο λεπτό διαθέσιμα οχήματα, με αξιολογημένους οδηγούς, σχόλια πελατών, τύπο οχήματος και παροχές. Θα δεις πραγματικά οδηγούς να συναγωνίζονται μεταξύ τους για μια καλύτερη βαθμολογία, για περισσότερες παροχές και περισσότερη εξυπηρέτηση.

Η απάντηση στο «πού πάμε» του οδηγού, γίνεται σιγά-σιγά ευκολότερο να απαντηθεί. Πάμε στο καλύτερο, αγαπητέ ταρίφα. Στο καλύτερο…

κείμενο: αλέξανδρος-κόγκας
επιμέλεια: πωλίνα-ταϊγανίδου + ιάκωβος-καγκελίδης