Το γλωσσικό ιδίωμα στην Ημαθία: η περίπτωση των λεγόμενων εντόπικων

Γράφει ο Δημητριάδης Σ. Βασίλης, υποψήφιος διδάκτωρ Ιστορίας, Πρόεδρος ΜΕΓΣΝ «Η ΜΙΕΖΑ».

Η γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας αποτέλεσε εδώ κι αιώνες το χώρο όπου διεξήχθησαν ορισμένοι από τους πιο σκληρούς πολέμους. Απώτερος σκοπός των εκάστοτε αντιμαχόμενων πλευρών υπήρξε η επικράτηση σε μια περιοχή, η οποία ήλεγχε τις οδούς που οδηγούσαν στην καρδιά της Ευρώπης.

Κατά την αρχαιότητα το ελληνικό βασίλειο της Μακεδονίας είχε καταφέρει να θέσει υπό τον έλεγχό του μια πολύ ευρύτερη περιοχή. Ωστόσο, η έλευση των Ρωμαίων, η δημιουργία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και, κυρίως, η κάθοδος των σλαβικών φύλων (7ος αιώνας μ.Χ.) προκάλεσαν μεγάλες αναστατώσεις.

Κατά τους αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας που ακολούθησαν, τα σλαβικά φύλα αφομοιώθηκαν σε μεγάλο ποσοστό από τον ελληνικό πληθυσμό, ο οποίος κυριαρχούσε στο νοτιότερο τμήμα της Βαλκανικής, ενώ βορειότερα κυριάρχησαν οι σλαβικοί πληθυσμοί. Ωστόσο, οι πληθυσμοί αυτοί στο σύνολό τους εκχριστιανίστηκαν κι επηρεάστηκαν καθοριστικά από τον ελληνικό πολιτισμό. Φυσικά, πρόκειται για μια διαδικασία, η οποία διήρκησε αιώνες.

Εντούτοις, η ανάγκη επικοινωνίας στο χώρο της Μακεδονίας ανάμεσα σε αυτούς τους σύνοικους, αλλά αλλόγλωσσους πληθυσμούς (Έλληνες, Τούρκοι, Βούλγαροι, Σέρβοι, Ρομά κι επιπλέον βλαχόφωνοι και αρβανιτόφωνοι Έλληνες) οδήγησε στη δημιουργία ενός ιδιώματος, το οποίο χρησίμευσε ως γέφυρα συνεννόησης.

Άλλωστε δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι το διάστημα της οθωμανικής κατάκτησης υπήρχε γενικότερη απαιδευσία και αμάθεια, ενώ λιγοστά ήταν, τουλάχιστον τους πρώτους αιώνες, και τα σχολεία. Κατά συνέπεια υπήρξε ανάγκη επικοινωνίας μεταξύ των προαναφερθέντων αλλόγλωσσων πληθυσμών. Υπό αυτές τις συνθήκες λοιπόν, τον 18ο περίπου αιώνα, προέκυψε το εντόπικο ιδίωμα.

Το ιδίωμα αυτό δεν είχε και δεν έχει γραφή, γιατί πολύ απλά δεν τη χρειάστηκε ποτέ. Η δημιουργία του έγκειται στην ύπαρξη αναγκαιοτήτων της καθημερινότητας –συνεννόηση, εμπόριο κλπ. Δημιουργήθηκε με βάση μια δυτική βουλγαρική διάλεκτο, στην οποία ενσωματώθηκαν πάρα πολλές λέξεις ελληνικές, τούρκικες, βλάχικες κι αλβανικές.

Στη συνέχεια, το ιδίωμα αυτό εξαπλώθηκε εξαιτίας της ευκολίας μάθησής του ακόμη και σε ολόκληρες πληθυσμιακές ομάδες, όπως ορισμένα βλαχόφωνα χωριά της Μακεδονίας, σε Τούρκους ή σε Ρομ εγκαταστημένους σε χωριά της Νάουσας και της Βέροιας. Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και σήμερα είναι εύκολο να μάθει κάποιος πολλές βασικές λέξεις με ελάχιστο χρόνο ενασχόλησης (αυτή η διαπίστωση βασίζεται σε προσωπική εμπειρία).

Την κατάσταση αυτή έσπευσαν, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, να εκμεταλλευτούν Σέρβοι και Βούλγαροι, οι οποίοι είχαν τις δικές τους βλέψεις για την περιοχή. Οι λαοί αυτοί επέδειξαν ιδιαίτερη κινητικότητα μέσα από τη θεωρία του μακεδονισμού (ύπαρξη ξεχωριστού «μακεδονικού» έθνους) – στο πλαίσιο της οποίας προσπάθησαν να πείσουν τους σλαβόφωνους πληθυσμούς του γεωγραφικού χώρου της Μακεδονίας ότι είναι κάτι ξεχωριστό, δηλαδή «εθνικά Μακεδόνες». Σκοπός τους ήταν να δημιουργήσουν μια ιδιαίτερη ταυτότητα, η οποία θα παρέκαμπτε τις όποιες αντιδράσεις των πληθυσμών (οι οποίοι δεν ήθελαν να ταυτιστούν με τα παραπάνω κράτη) και θα απείχε ελάχιστα από την ενσωμάτωσή τους στην αντίστοιχη εθνική ομάδα. Για τον λόγο αυτό άλλωστε οι Σέρβοι χαρακτηρίζουν το ιδίωμα ως σερβομακεδονικά κι οι Βούλγαροι ως βουλγαρική διάλεκτο (γι’ αυτό αναγνωρίζουν τα Σκόπια με το συνταγματικό τους όνομα, αλλά θεωρούν τους κατοίκους της Σέρβους ή Βούλγαρους αντίστοιχα).

Στην παραπάνω διαμάχη, ιδιαιτέρως μετά την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας, υπεισήρθε ενεργά η σκοπιανή προπαγάνδα, η οποία επιχείρησε με μεθοδικότητα να αποδείξει ότι υπήρχαν σε εδάφη της Ελλάδας και της Βουλγαρίας «εθνικά Μακεδόνες». Η κινητικότητα αυτή απέτυχε οικτρά. Παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειες των γειτόνων, το γεγονός ότι ένας πρώην πρωθυπουργός του κράτους τους θεωρεί τον εαυτό του Βούλγαρο και διώκεται ποινικά όποιος τολμάει να δηλώσει πως είναι Βούλγαρος, αποτελεί την ταφόπλακα του όλου εγχειρήματος.

Ωστόσο, το νεοσύστατο, το 1991, κράτος έπρεπε να επιβιώσει και για το λόγο αυτό επέλεξε τη ρητορική του αλυτρωτισμού. Για να επιτύχει μάλιστα τους σκοπούς του χρησιμοποίησε κατά κόρον και την παραποίηση της μουσικής και χορευτικής παράδοσης των γηγενών Μακεδόνων. Σε ό,τι αφορά όμως το γλωσσικό ζήτημα, το ιδίωμα των γηγενών της Μακεδονίας δεν έχει καμία σχέση με την επίσημη, την αποκαλούμενη για προπαγανδιστικούς λόγους «μακεδονική» γλώσσα. Η τελευταία είναι το απόσταγμα μιας επιτροπής φιλολόγων, λογίων, συγγραφέων κ.ά. και βασίζεται σε μια διάλεκτο της περιοχής Μοναστηρίου-Περλεπέ–Βελεσών. Μάλιστα επιβλήθηκε με Νόμο στην περιοχή των Σκοπίων στις 3 Μαΐου του 1945. Η αγωνία των εμπνευστών της ήταν να διαφοροποιηθεί από τα βουλγάρικα και για το λόγο αυτό «εκσερβίστηκε» συστηματικά.

Αυτή λοιπόν τη γλώσσα επιχειρούν σήμερα διάφοροι κύκλοι εντός κι εκτός των τειχών να επιβάλουν στους γηγενείς Μακεδόνες εις βάρος του τοπικού ιδιώματος. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιούν διάφορα ηλεκτρονικά μέσα και παρέχουν ακόμη και μαθήματα εκμάθησης της τεχνητής γλώσσας με σκοπό την αλλοίωση της ταυτότητας των γηγενών Μακεδόνων. Το ίδιο μάλιστα επιχειρείται να γίνει και με τη χορευτική παράδοση, η οποία πάλι διαφέρει ουσιαστικά από εκείνη που προσπαθούν να «εισάγουν» διάφοροι κύκλοι (σύλλογοι, αργυρώνητοι χοροδιδάσκαλοι).

Βεβαίως, η εξέλιξη του ιδιώματος έχει ανασταλεί, από τις αρχές του 20ου αιώνα. Ακολουθεί τον δρόμο δηλαδή άλλων ιδιωμάτων όπως του βλαχικού ή του ποντιακού. Ωστόσο, αποτελεί χρέος όχι μόνο των γηγενών, αλλά κι όλων των Μακεδόνων να διαφυλάξουμε την αυθεντικότητά του ως κομμάτι της τοπικής πολιτιστικής κληρονομιάς.

κείμενο: βασίλης-δημητριάδης
φωτογραφίες: άννα-μάντζου
επιμέλεια: ιάκωβος-καγκελίδης + πωλίνα-ταϊγανίδου