Η σκοπιά μέσα μου

Όλα ίδια θα γίνουν γιόκα μου. Νόστιμα αλλά ίδια. Και τα ίδια τα βαριέσαι εσύ, σε ξέρω καλά

Ώρα 06:58.
-"Πώς πήγε, όλα καλά;"
-"Τα ίδια... Άντε να φεύγω. Έβρεχε όλη μέρα χθες. Δε νιώθω τα πόδια μου από την υγρασία!"
-"Καλή ξεκούραση, τα λέμε μεθαύριο."
-"Καλό κουράγιο!"

Καθώς οι αρβύλες του συναδέλφου του αφήνουν τα σκαρένια τους αποτυπώματα στο λασπωμένο μονοπάτι που οδηγεί στο θάλαμο, ο Πέτρος ακουμπάει το όπλο του στον τοίχο του μικρού φυλακίου. Βγάζει και στρίβει ένα τσιγάρο. Το ανάβει. "Τι καλό κουράγιο ρε αδερφέ... Μήπως θέλει κουράγιο να κάτσω σε ένα μέρος για ώρες χωρίς να κάνω τίποτα; Κουράγιο θέλει να έχεις άρρωστο παιδί, να είσαι γιατρός και να εξαρτάται από τα χέρια σου η ζωή κάποιου, να χρωστάς σε τρεις τράπεζες και να προσπαθείς να τα βγάλεις πέρα, να είσαι φρέσκος μετανάστης, ξένος μεταξύ ξένων...".

Τον ανησυχεί ιδιαίτερα η βροχή. Όχι για την πιθανότητα να αρπάξει κάποιο κρύωμα, καθόλου κάτι τέτοιο. "Όταν έχεις αντέξει όλο το χειμώνα, μια καλοκαιρινή βροχή, όσο έντονη και να είναι, όση διάρκεια και να έχει, όσες αστραπές και να ρίξει, δεν μπορεί να σε πτοήσει". Όταν έχεις βρει τρόπο να αντιμετωπίσεις καθαρές και γεμάτες κρύο οξυγόνο παγωνιές, όταν έχεις περάσει ώρες ατελείωτες με το κασκόλ τραβηγμένο ως το κάτω μέρος των ματιών και το κράνος ζουπιγμένο στο κεφάλι σου ώστε να ακουμπά τις παρυφές των φρυδιών, όταν έχεις μάθει να κινείσαι φορώντας δύο φούτερ και μια κασκορσέ κάτω από την παραλλαγή, όταν έχεις αντιμετωπίσει με χιούμορ το χιούμορ -"Που πα' ρε λαδοπράσινε Robocop"- του γραφιά που σε είδε πρωινιάτικα να σέρνεις τα πόδια σου φτάνοντας πίσω στη "βάση", όταν, όταν... Καμιά φυσική κακοκεφιά δε σε αγγίζει.. Είσαι ιδανικός για τη δουλειά και αυτή ιδανική για σένα.

Αυτό που φοβάται είναι η πιθανότητα να βρέχει και αύριο. Η σκέψη πως θα πάνε με την παρέα για μεσημεριανό και μετά, λογικά, ολοήμερο μπανάκι στο beach bar, είναι το ουσιαστικό του όπλο εν ώρα υπηρεσίας και όχι το G3 που, μέχρι λίγο πριν και για πολύ μετά, κρατούσε σφιχτά στα χέρια του. Ακουμπά με την πλάτη και με λυγισμένο το ένα πόδι στον τοίχο και τραβάει μια ρουφηξιά. Μέχρι να εκπνεύσει τον καπνό έχει φέρει στο μυαλό του την εικόνα: η πρώτη στιγμή που απλώνεται φαρδύς πλατύς στην ξαπλώστρα, η πρώτη γουλιά του καφέ, η πρώτη βουτιά, τα πρώτα γέλια. Συνήθως μετά από τριάντα λεπτά αρχίζει να βαριέται και να μετρά τις ώρες μέχρι να γυρίσει σπίτι, αλλά τη δεδομένη στιγμή που το σκέφτεται, του φαίνεται παράδεισος. "Τι μαλάκας είμαι ώρες ώρες...".

Πρέπει να πάρει τηλέφωνο και τη μητέρα του, δεν πάει άλλο. Και να φάει τα πεσκέσια που του έστειλε. Της έχει παραγγείλει (ή του έχει τάξει - πάντα μπερδεύονται σε αυτό) τα αγαπημένα του γεμιστά... Χρόνια ολόκληρα τώρα η συνταγή της θεωρείται από τις καλύτερες της περιοχής. Τι ακριβώς κάνει η κυρα-Θάλεια, παραμένει παγκόσμιο μυστήριο... 30 χρόνια τα τρώει, το μυστικό δεν το έμαθε ποτέ. Φαντάζεται πως η μητέρα του έχει βρει κάποιο ιδιαίτερο μίγμα μπαχαρικών για τον κιμά..." Μπορεί να το έφερε από την Πόλη η αδερφή της που πηγαινοέρχεται συχνά, ποιος ξέρει... ". Πάντως μια φορά που τη ρώτησε για τα γεμιστά της, ξαπλωμένος και χωνεύοντας έξι από δαύτα, η ίδια γέλασε σαν να τη φλέρταραν ξανά:
- "Ο άνηθος γιε μου, ο άνηθος! ".
- "Να πάρουμε κι άλλο από αυτόν τον άνηθο, να τον βάζεις παντού!".
- "Ε δεν είναι και για χόρταση... Δε θα σου αρέσουν τα γεμιστά μου τόσο μετά.".
- "Μα θα μου αρέσουν όλα τόσο μετά, όχι μόνο τα γεμιστά! Όλα νόστιμα θα γίνουν!".
- "Όλα ίδια θα γίνουν γιόκα μου. Νόστιμα αλλά ίδια. Και τα ίδια τα βαριέσαι εσύ, σε ξέρω καλά!".

Μια που το έφερε η κουβέντα, ο Πέτρος πρέπει να αποφασίσει τι θέλει να γίνει με την 20άρα που τον γλυκοκοιτάζει τελευταία. "Μαρία; Γεωργία; Κατερίνα; Μαριαλένα; Πώς την είπαμε γαμώτο... ". Του αρέσει, "καλή είναι", με μεγάλα μπλε μάτια και κορμί που τραβάει το μάτι, αλλά: "Μεγάλε,

Πρώτον) είναι ντόπια από όλα τα σόγια και δεν ξεφεύγω με τίποτα αν κάνω χαζομάρα, που θα την κάνω.

Δεύτερον) Είναι δέκα χρόνια μικρότερή μου και δεν αισθάνομαι άνετα με κάτι τέτοιο. Θα μου πεις 'σιγά το πράγμα ρε Πέτρο, όταν είσαι 60 αυτή θα είναι 50, ούτε που θα φαίνεται η διαφορά!'. Αρχικά, ωπα ώπα μακριά το πας και τελικά, δεν αισθάνομαι άνετα, πώς το λένε!

Τρίτον) Άκουσα πως έχει στείλει βιογραφικά και περιμένει απάντηση από Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας. Άσε μην πάρει καμιά άλλη απόφαση εξαιτίας μου και μέσα σε όλα το έχω τύψεις και από πάνω...

Τέταρτον) Δε θυμάμαι καν πώς τη λένε! Αυτό μάλλον δεν είναι και πολύ καλό... Οπότε άκυρη η μικρούλα.".

Μετά του περνάει από το μυαλό η συνάδελφός του η Γιώτα. Απλά δεν του πολυαρέσει. Ενδιαφέρον έχει και η barwoman η Ζέτα, αλλά μετά το καλοκαίρι τι; "Σπίτι δεν έχει να πάει αυτή, εδώ θα κάτσει; ". Υποψήφια είναι και η κοπελίτσα -όνομα δεν ξέρει ακόμα- που έχει το supermarket, αλλά την έχει πάρει το μάτι του να κυκλοφορεί με ένα παιδί πού και πού. Πρέπει να μάθει αν είναι δικό της, ή απλά ανίψι/βαφτηστήρι για να αποφασίσει αν θα συνεχίσει να τη σκέφτεται. Η Εύα που κόβει τα εισιτήρια στο θερινό cinema θα ήταν μια περίπτωση, αλλά δεν είναι και το καλύτερό του να κάθονται κρυφά αγκαλίτσα στο γκισέ ως τις 12 το βράδυ που σχολάει η βάρδιά της. Κάτι από παλιά ελληνική ταινία του θυμίζει η εικόνα και ποτέ δε φαντάστηκε τον εαυτό του ως τον Γκιονάκη.

Ο κολλητός του ο Λάμπρος, που είναι μεγάλος λάτρης του cinema, του πρότεινε να δει την καινούρια ταινία του Tarantino, τον "Django". "Είναι τέλειος... Από πού να αρχίσεις, από τη φωτογραφία, από την ιστορία, από το θέμα που πιάνει; Δείχνει την αληθινή ιστορία του ρατσισμού και τους την τρίβει στη μούρη. Βάζει έναν ωραίο και γνήσιο Αμερικάνο στο ρόλο του κακού, έναν άγριο Αφροαμερικάνο στο ρόλο του ήρωα και έναν απίθανο Αυστριακό κάπου στη μέση. Και αναγκάζει τους μη-μου-άπτου κριτικούς να τον γεμίζουν με Όσκαρ! Και από το πουθενά, εκεί που όλα πάνε κατ' ευχήν, αργά και φιλοσοφημένα, αρχίζουν οι σφαγές, αρχίζει ένα original splatter. Δες το!".

Κάποιο βράδυ οι δυο τους είχαν ντυθεί σένια, σε στυλ George Clooney, είχαν ξυριστεί και λουστεί με brutal άρωμα Antonio Banderas, φόρεσαν intellectual ύφος Robert Redford και βγήκαν στα παραλιακά bars για να κάνουν εντύπωση. Από την πρώτη στιγμή ξεχώρισαν στο πλήθος. Κάθισαν με αργές κινήσεις στο κεντρικό τραπεζάκι ενός γωνιακού bar και άρχισαν να ψευτοφιλοσοφούν. Κάθε πρόταση λεγόταν αργά, με μπάσα φωνή και γρέζο, και συνοδευόταν από κλισέ, αλλά εντυπωσιακές για το περιβάλλον, βαρύγδουπες εκφράσεις. Σύντομα το μυστήριό τους εξαπλώθηκε σε όλο το γυναικείο πληθυσμό της παραλίας. Στη μία ώρα που έκατσαν πρέπει να τους πλησίασαν διακριτικά περίπου 20 διαφορετικές κοπέλες, μόνο και μόνο για να ακούσουν τι συζητούσαν. Μόνο και μόνο για να αγγίξουν το μύθο τους. Ξαφνικά οι δυο κύριοι σηκώθηκαν σαν κύριοι. Άφησαν τα λεφτά στο τραπέζι, μαζί με άλλο τόσο πουρμπουάρ. Ο Πέτρος έκανε ένα σοβαρό νεύμα αντρικής υπεροχής προς την γκαρσόνα, δείχνοντάς της με το βλέμμα του τον υπερξοφλημένο λογαριασμό. Περπάτησαν αργά προς την έξοδο. Αν είχαν καπέλα, εδώ ακριβώς θα τα φορούσαν. Έβαλαν τα χέρια στις τσέπες και προχώρησαν ευθεία, πάντα δίπλα ο ένας από τον άλλον. Διέσχισαν κάθετα το δρόμο, αργά, χωρίς να ανησυχούν για τυχόν διερχόμενα αυτοκίνητα και ανέβηκαν στο πεζοδρόμιο του λιμανιού. Προχωρούσαν πάντα ευθεία, μπροστά τους πλέον στα 4 μέτρα ήταν η θάλασσα. Από πίσω τους οι θαμώνες τριών bars είχαν σηκωθεί όρθιοι και τους κοιτούσαν με κομμένες ανάσες. Κάποιες κοπέλες είχαν ιδρώσει, άλλες αυτοδροσίζονταν κουνώντας τα χέρια σαν βεντάλιες, άλλες ήταν στα πρόθυρα της λιποθυμίας. O George και ο Clooney δε σταμάτησαν, ούτε καν όταν έφτασαν στην άκρη του πεζοδρομίου. Δεν κοιτάχτηκαν, δεν έβγαλαν τα χέρια από τις τσέπες. Έκαναν ένα βήμα εμπρός και βούτηξαν στο νερό. Ατσαλάκωτοι. Και βρεγμένοι. Κόντεψαν να πνιγούν από τα γέλια, αλλά είχαν ανακαλύψει τον όρο "splatser". Και ήταν μόνο δικός τους.

Ο Πέτρος σβήνει το τσιγάρο και κοιτάζει το ρολόι του. 07:05. Δεν ξέρει τι άλλο να σκεφτεί, τι άλλο να θυμηθεί. Ήταν ήδη πολλά. Έχει ακόμα 2 ώρες και 55 λεπτά σκοπιάς.

κείμενο: τάσος-θώμογλου
επιμέλεια: πωλίνα-ταϊγανίδου + ιάκωβος-καγκελίδης