Ο γίγαντάς μου

96 ζωές, 96 ψυχές

του_γιώργου_κασαπίδη

Λοιπόν ήρθα να σε βρω
Μετά από καιρό. Πολύ καιρό
Ήρθα να σε βρω
Κι εσύ δε με περίμενες Και με το δίκιο σου
Έτσι, δεν είχες να μου βγάλεις
λίγο κράνο απ΄το ψυγείο σου
Ήξερες πόσο μ’ άρεζε. Δεν είχες
Δεν με υποδέχτηκες καν
στο κατώφλι της πόρτας σου
Όπως τότε
Ήξερες πόσο μ΄άρεζε
Μου χάιδευες τα σγουρά μου μαλλιά
-εσύ μου τα ‘δωκες-
μ΄αγκάλιαζες σφιχτά
Δε με φιλούσες
Ήξερες πως δε μ΄άρεζε. Κι αυτό το ήξερες

Λοιπόν ήρθα να σε βρω
Αλλά δεν ήσουν εσύ κυρ-Βασίλη μου
Κάποιον άλλον άφησες στη θέση σου
Αυτός ο άλλος
ήταν μια απροστάτευτη σκιά
…στο κρεβάτι
Ξαφνικά έδειχνες τόσο μικρός
όσο μια τσάκα απ’ το ιδρωμένο σου σεντόνι
…στο κρεβάτι
Δε μπορεί να ήσουν εσύ
Πώς χώρεσες γίγαντά μου
…στο κρεβάτι
Έπειτα σου πιασα τα χέρια
που αλλιώτεψαν κι εκείνα
Πλέον σου χαϊδεύω εγώ τα μαλλιά. γίγαντά μου
…στο κρεβάτι
Πώς να σ΄έφτανα παλιότερα
Άρχισα να σου μιλώ χαμηλόφωνα
Φοβόμουν μη σε τρομάξω
μη σε τραβήξω, μη σε βγάλω
απ’ την απόλυτή σου καθήλωση
Χαμήλωσα στο μπόι σου
ίσα μ΄ένα κρεβάτι μόνο, γίγαντά μου
Τότε άπλωσες το γαλάζιο σου βλέμμα
σ’ όλο το δωμάτιο
Γαλάζιο δωμάτιο ουρανός
Το βλέμμα σου,
μου ‘βαλε κράνο απ΄το ψυγείο μέσα
σε ουζοπότηρο μικρό
‘’Δώσε μου κι άλλο’’ χατίρι δε μου χάλαες
‘’Δώσε μου κι άλλο’’
Το βλέμμα σου,
με χάιδεψε καθώς με υποδέχτηκες
‘’Φίλα με’’ τώρα δε με πειράζει
Το βλέμμα σου γέμισε το δωμάτιο
καθώς με λαχτάρα τρεφόταν την εικόνα μου
Έπειτα
σήκωσες τις γροθιές σου
τις παραμορφωμένες σου, στο σύμπαν
Διόλου δε φοβήθηκες
να σηκώσεις το σύμπαν στα χέρια σου
Έγινες πάλι ο γίγαντάς μου
και τραγούδησες 96 φορές
μόνο για μένα
΄΄Εμπρός σηκωθείτε
να βγούμε στους δρόμους…’’
96 ζωές
96 ψυχές
Ο παππούς ο Βασίλης
96 χρόνων χρόνοι
σα μια στιγμή στο χρόνο μόνο
Στο χρόνο μόνο μια στιγμή…