Παραγγελιά…

'ένας Αύγουστος δικός μας'

Της μέρας, της έκλεψε λεπτά ο Νοέμβρης.
Έκανε τη νύχτα καταχνιά ο Νοέμβρης.
Βαριά, υγρή και μαύρη αυτή, έφερε τα προικιά της. Δύο ασκούς με κρύο του Βορρά. Τους έλυσε κι έγινε εκείνο δερματοτρυπητάρι…
Πήρε ο Αναστάσης απ΄τη διπλή ντουλάπα το μοντγκόμερί του, που ξεροστάλιαζε υπομονές στην παλιά κρεμάστρα, μήνες τώρα. Δυο απ΄τα τέσσερα ξύλινα κουμπιά χαλάρωσαν, μια μικρή τρύπα σκώρου κι εκείνη η μυρωδιά λεβάντας παράσημα εποχής.

Πήγε στο ραντεβού του με τη νύχτα, να συναντήσει τον εαυτό του. Σήκωσε την κουκούλα του και πέρασε τις χούφτες του στις τσέπες. Μια καραμέλα, ένα αρχινισμένο πακέτο χαρτομάντηλα, ένας αναπτήρας…Στη μέσα τσέπη κάποιο στυλό κι ένα δεκάευρω, που του άρεζε να ξεχνά ηθελημένα, σα μία έκπληξη νέου χειμώνα. Για μιαν αρχή, για δυο καπνούς μικρούς. Δώρο αγνώστου…
Πάλι μόνος, σκέφτηκε ο Αναστάσης. Πάλι. Τώρα πιο δύσκολα από κάθε προηγούμενη. Αρχικά τον ‘άφησαν’ οι γονείς του, έπειτα οι δουλειές του, και τώρα -εδώ και μήνες- η σύντροφός του η κρυφή απ΄όλους.
Σαρανταπέντε πια.
Δίσκος σαρανταπέντε στροφών, πιστόλι σαρανταπεντάρι, άσχετοι συνειρμοί…
’’Σαρανταπέντε λεμονιές,
βρ’ αμάν αμάν,
σαρανταπέντε λεμονιές στην άμμο φυτεμένες,
στη άμμο φυτεμένες,
λεμόνια φορτωμένες…’’

Ελαφροπερπατούσε κι έκανε σκέψεις δίχως νόημα και συνοχή. Έσκιζε την ομίχλη, τη χώριζε στα δυο η θωριά του, μικρός Μωυσής! Στάθηκε λίγο στην υγρή σιδεριά της γέφυρας κι έψαξε τον καπνό του στην άλλη μέσα τσέπη. Έπιασε ένα καλοδιπλωμένο χαρτί. Πού βρέθηκε, αναρωτήθηκε. Τ΄άνοιξε αργά κι ευλαβικά. Θυμήθηκε! Στην τελευταία τους αγκαλιά -πέρσι Φλεβάρη- είχε κουρνιάσει μέσα του και μείναν ώρες βουβοί. Έμειναν στο πρώτο φιλί κι έπειτα δεν είπαν λέξη…Ξέραν πως θα’ ταν η υστερνή φορά που συναντιόταν. Η μοίρα τ’ όριζε γι’ αυτούς, μα πιο πολύ οι ίδιοι. Τότε θα το ‘βαλε στην μέσα τσέπη του και το ‘κανε γαζί της.

‘’…για το ταβερνάκι με τις ψάθινες καρέκλες,
τα ανθισμένα γεράνια και το τσιμέντο που ‘καιγε κάτω από τα πόδια μας
…για το χάδι σου στο γυμνό μου πόδι, όταν έσκυψες να πάρεις τον πεσμένο αναπτήρα
…για τα μάτια σου που φλυαρούσαν σ’αγαπώ και σε θέλω όλο το μεσημέρι
…για τον ανεμιστήρα στο φθηνό δωμάτιο
…τα άσπρα ιδρωμένα σεντόνια
…τις βρεγμένες πατημασιές από το μπάνιο ως το μπαλκόνι
…τα ξεχασμένα αποτσίγαρα από το προηγούμενο βράδυ
…για εκείνη τη βόλτα, αργά το απόγευμα στην παραλία, που δεν είχαμε πει λέξη
…για έναν Αύγουστο δικό μας
Θα ΄ναι ωραίο να υπάρχει κάπου- έστω σ’ ένα άσπρο χαρτί- κι ένας Αύγουστος δικός μας’’
Λόγια δικά της …ή από κάπου δανεισμένα. Αλλά γι’ αυτόν!! Γι’ αυτούς!!
Παραγγελιά στον Αναστάση, συγγραφέα αποτυχημένο, ανέμπνευστο τα τελευταία χρόνια, που τα ‘βγαζε πέρα με μεταφράσεις Ισπανικών βιβλίων, που δεν αρκούσαν κάποτε ούτε για τα χασίσια του. Δεν είχαν μέλλον οι δυο τους ή μάλλον καλύτερα, το μέλλον δεν είχε τίποτα γραμμένο στο κιτάπι του για δαύτους.
Παραγγελία στον Αναστάση, για έναν έρωτα που κρύβονταν απ΄όλα. Από λιοπύρια και από κακοκαιριές. Από καθημερνές και από σχόλες. Από το ανθρώπινο στοιχείο και από τις ανάσες του….
Γύρισε σπίτι, πήρε ένα άσπρο χαρτί και είδε, φθινουσών των οπώρων, Αύγουστο δικό τους.

Σε μια ανοιχτή μπαλκονόπορτα που ‘κανε σκέρτσα μια κουρτίνα και χόρευε tango με το μεσημεριανό αεράκι. Ένας καθρέφτης μεγάλωνε το στενό δωμάτιο. Εκείνη στάθηκε γυμνή, ανάμεσα στην κοινή θέα και στα μάτια του…Βρεγμένο μαλλί στα στήθη ριγμένο, σπασμένη μέση, χέρια σταυρωμένα, σταγόνες νερού στο αιδοίο αποκηρύσσουν τη βαρύτητα, ένα υγρό πόδι βάση στη γη κι ένα ελαφρώς λυγισμένο στην κάσα της πόρτας. Το βλέμμα της είχε γραπώσει μιαν ηδονή. Την έκανε μαριονέτα της. Κάθε παίξιμο του ματιού κι ένας σπασμός. Μια μικρή κίνηση και η ζωή της ηδονής να κρέμεται από την κλωστή της. Ένα δαγκωμένο κάτω χείλος, μια πρόκληση, ένα άηχο σχεδόν ‘σ΄αγαπώ, μ΄ακούς’ κι ένα ξεψυχισμένο ‘άκου, σε θέλω’. Από πάντα και για όσο. Λιόλουστος αρμυρός Αύγουστος μετά, της χτένισε τα μπερδεμένα της μαλλιά, της άπλωσε φιλιά ανάμεσα σε ώμο και λαιμό και της χαρίστηκε.
Έτσι θα ξεκινούσε ο δικός τους Αύγουστος
Έτσι…
Και θα κρατούσε περισσότερο από μήνα
Και θα κρατούσε λιγότερο από μια ζωή
Οπωσδήποτε!
Γιατί ένας μήνας ποτέ δε φτάνει
Γιατί απ΄τη ζωή, ήδη έχει φύγει το μισό
…πάει το μισό
…και το μισό που πάει;

κείμενο-φωτογραφίες: γιώργος_κασαπίδης
επιμέλεια: πωλίνα_ταϊγανίδου + ιάκωβος-καγκελίδης