Ο μαλάκας μέσα μου.

Μια απόπειρα ανθρωποκτονίας καταδικασμένη σε αποτυχία

Με τους αριθμούς δεν έχω καλή σχέση. Κατά καιρούς έχω προσπαθήσει να βρω ατάκες για να δικαιολογώ αυτήν την αδυναμία μου, αλλά όσο πετυχημένες κι αν ήταν, σταδιακά τις ξεχνούσα γιατί δεν τις εννοούσα. Το ίδιο ισχύει και για την τριχόπτωση, τα αβγουλοειδή μάτια μου και την κακή φυσική μου κατάσταση. Αλλά ας μείνω στους αριθμούς. Δεν μου αρέσουν. Δεν με απασχολεί αν η ώρα είναι τέσσερις ή πέντε. Ούτε αν φάω 2 ή 3 γύρους με νοιάζει. Θα φάω μέχρι να χορτάσω και θα νυστάξω όταν νυστάξω. Όπως δεν με νοιάζει αν οι τηγανητές πατάτες στο κλαμπ είναι 22 ή 24 έτσι ακριβώς δεν θα με νοιάξει αν βρω 2 ή 7 αναπάντητες κλήσεις στο κινητό μου. Αλλά ξέρεις κάτι; Δεν θα μπω στον κόπο να σε πείσω πως αυτό που νιώθω και κάνω είναι σωστό, λογικό ή αλλόκοτο. Γιατί ξέρω πως είναι μια μαλακία και μισή. Δεν αντέχει σε κριτική. Στα πρώτα άντα μου είμαι πλέον σε θέση να παραδεχτώ πως ένας μαλάκας παρασιτεί μέσα μου. Και γιγαντώνεται όσο γερνάω.

Άλλες φορές σκέφτομαι πως είμαι ένα τσιγάρο που καίγεται. Βρίσκομαι σφηνωμένος ανάμεσα σε δυο παιδικά, γύφτικα δάχτυλα που ίσα που με χωράνε. Άλλες φορές με πιπιλάνε δυο ροζ χείλη, όλο ζωή και λαγνεία και με λερώνουν με φτηνά κραγιόν. Σιγά την πρωτοτυπία, θα πεις. Ναι. Όμως είναι διαφορετικό να το σκέφτεσαι και διαφορετικό να το ζεις, να περπατάς στους δρόμους της μικρής, αποστολικής μας πόλης και να γνωρίζεις πως αφήνεις πίσω σου μόνο καπνό και στάχτη και καρκίνο. Κι όταν πάλι έρχεται η ευλογημένη ώρα του ύπνου να νιώθεις ένα τεράστιο, βρόμικο χέρι να σε οδηγεί σε μια ημικυκλική κίνηση στον αέρα και να συνθλίβει τον αυχένα σου σε ένα τεράστιο μαρμάρινο τασάκι, ξέχειλο αποτσίγαρα των προηγούμενων ημερών. Κάπου το ξημέρωμα θα ξαναγεννηθείς.

Χρειάζομαι πολύ καφέ για να ξυπνήσω και πολύ αλκοόλ για να κοιμηθώ. Στο ενδιάμεσο τρέφομαι με ψητά ζώα, τύψεις και καπνό. Σχεδόν κάθε μέρα νιώθω τον άλλον μέσα μου να διεκδικεί χιλιοστό στο χιλιοστό ολοένα και περισσότερο χώρο. Σαν ζευγάρι μετά από 7 χρόνια γάμου, τον κλωτσάω για το πάπλωμα και του γκρινιάζω για την γκρίνια του. Τον παρακαλάω να κρατηθεί την επόμενη φορά, να μην ανοίγει το στόμα του χωρίς να υπάρχει λόγος, να κρατάει τις απόψεις του για τον εαυτό του.

Προσπαθώ να του μάθω να ενδιαφέρεται πιο πολύ. Να είναι δίκαιος και να μην δυσανασχετεί όταν βρίσκεται κοντά σε ηλίθιους ανθρώπους. Δεν τα έχω καταφέρει ούτε στο ελάχιστο. Μου λέει πως δεν θα μου δώσει λογαριασμό. Θα χτυπάει δυνατά όποιον επιλέγει αυτός και θα λέει ό,τι θέλει σε όποιον και όποτε θέλει. Τέτοιος αλήτης είναι ο μαλάκας μου. Σκέφτηκα να τον τελειώσω, να απελευθερωθώ. Έτσι όπως σκοτώνεις τον μπάτσο μέσα σου, όπως βγάζεις τα μάτια και καις στην πυρά τον άνθρωπο που έρχεται για να σε κάνει να μισείς. Μα αυτός ο μαλάκας, είναι ανθεκτικός. Είναι γεμάτος από ζωή και ορεξάτος όσο ποτέ.

Τώρα ξέρω πως θα ζήσουμε μαζί. Δεν έχει νόημα και έχει πλάκα. Απλά θα του δώσω περισσότερες ελευθερίες, μεγαλύτερη εξουσία. Θα μιλάει για μένα πιο συχνά. Ναι, γερνάω αυτό σημαίνει. Αφήνω τον μαλάκα να κάνει όλη τη δουλειά για μένα. Και ξαφνικά η ζωή αρχίζει να γεμίζει με κομφετί και πολύχρωμα μπαλόνια.

κείμενο: αλέξανδρος-κόγκας
επιμέλεια: πωλίνα-ταϊγανίδου + τάσος-θώμογλου