Το σπίντο του ψαρά

Θέλει μεράκι κι άντερα το θερινό ηλιοστάσιο

Τα ψάρια πεθαίνουν από την έλλειψη της θάλασσας. Είναι ξεκάθαρο. Εκεί που σκέφτονται τα δικά τους, βλέπουν μπροστά τους ένα μεζέ και τον τσιμπάνε, να μην τον τσιμπήσουν; Μετά τα τραβάνε βίαια έξω στο φως και κάνουν σαν έχουν πάθει επιληπτική κρίση, να μην κάνουν; Δες τι παθαίνουν και τα έμβρυα. Από την δροσούλα του πλακούντα, τσακ, ένας μαλάκας τα τραβάει στο φως και μετά γίνεται ο κακός χαμός από το κλάμα. Άρα, λέω εγώ τώρα, τα μωρά γνωρίζουν αγέννητα ακόμα πώς να κλαίνε, αλλά έχει ακούσει κανένας σας κάποιο απ’ αυτά να κλαίει μέσα στον πλακούντα, έστω και ώρες πριν τη γέννηση; Όχι.

Και ξέρετε γιατί; Γιατί είμαστε φτιαγμένοι για να κλαίμε για το μουνί. Οι γυναίκες επειδή το ‘χουν κι οι άντρες επειδή όσο απομακρύνονται απ’ αυτό, το ψάχνουν. Περίπου έτσι την πατάνε και τα ψάρια, αν με νιώθεις. Εγώ σου λέω ότι δεν μπορούν δευτερόλεπτο χωρίς θάλασσα και μαραζώνουν, παθαίνουν κακό. Έχουν μια ζωή ολόκληρη φτιαγμένη εκεί κάτω, έχουν σχέδια και ανάγκες και τσακ, άλλος μαλάκας τα τραβάει στο φως. Από εκεί που άκουγαν μόνο την πολύβουη σιωπή του βυθού κι έβλεπαν το βαθύ γαλανό της γειτονιάς τους, έρχονται ακαριαία αντιμέτωπα με έναν κατά κανόνα αξύριστο μεσήλικα ψαρά με αμάνικο μακό, μαλμποράκι σφηνωμένο στον κυνόδοντα και δυσκοίλιο ύφος. Δεν αντέχεται η μετάβαση· ο θάνατος είναι η μόνη λύση. Όταν είσαι φτιαγμένος για να βρεις φριχτό, αλλά ηρωικό θάνατο στα δόντια ενός μεγαλύτερου ψαριού είναι σκληρό κι αβάσταχτο να πεθαίνεις από τον κλασικό, τον τριχωτό ψαρά. Σαν να είσαι ο Αχιλλέας και να πεθαίνεις από στραγάλι στον καταπιόνα.

Αλλά δεν έχω τον θάνατο στο μυαλό μου, ίσα ίσα. Έχω αυτήν την αλλόκοτη διάθεση του θερινού ηλιοστασίου. Έρχεται εκείνη η μέρα η περίεργη, η μεγάλη και ανηλεής. Κι αυτή η μέρα πρέπει να είναι αφιερωμένη στα ψάρια, στα ναυάγια και στα μπουκάλια της μπύρας που με τα χρόνια η αλμύρα τα έκανε να μοιάζουν με σμαράγδια. Στις 21 Ιουνίου πρέπει να είσαι ή να νιώθεις φτωχός και μπερδεμένος. Να γιορτάσεις τα μεγάλα απογεύματα στη Σίκινο, τις μικρές ώρες στη Σαμοθράκη και τα δειλινά στις όχθες του Μεγάλου Ποταμού. Να αφήσεις το ‘Sitting on the dock of the bay’ να σε στέλνει από τον Μισσισσιππή στην Απείρανθο της Νάξου κι απ’ το διαολεμένο σκοτάδι της μετριότητας σε ένα πάμφωτο τσίρκο ζάλης, άμμου και έρωτα. Να βγάζεις με τα δάχτυλα τα μυγάκια απ’ το ουίσκι και να κουνάς το πόδι σου στον αιώνιο ρυθμό της αρμονίας του σύμπαντος. Πώς αλλιώς θα καταλάβεις πως η μέρα είναι μεγάλη, η ζωή είναι μεγάλη κι όσα βλέπουμε και κάνουμε είναι ο βαθυγάλαζος βυθός μας που τον γεμίσαμε ανθρώπινα ναυάγια, σκουπίδια και σμαραγδένια μπουκάλια μπύρας;

Θα μας ψαρέψουν, θα μας φερμάρουν, θα μας αφήσουν να ψοφολογήσουμε σε μια χαρούμενη βάρκα με βρώμικους ψαράδες, κακαβιά και ρακές. Αλλά να το φχαριστηθούμε μέχρι τότε. Να έχουμε ακόμη τη διάθεση να σπαρταρήσουμε, με καταλαβαίνεις; Να φωνάξει ο ψαράς «μεγάλο ψάρι έπιασα σήμερα» και να εννοεί εμένα και εσένα, να μην μπούμε στον κουβά με τη μαρίδα και την αθερίνα. Να φύγουμε κλαίγοντας για τις μεγάλες μέρες που αφήσαμε πίσω μας, για τα καλοκαιρινά ηλιοστάσια της γιορτής και πάνω στο σπίντο του ψαρά που θα καυχιέται για μας στους φίλους του, ν’ αφήσουμε ένα δάκρυ-σπονδή στο πανάγιο μουνί, αφού αυτό μας έμαθε εξαρχής να πονάμε όσο ζούμε.

κείμενο: αλέξανδρος-κόγκας
επιμέλεια: πωλίνα-ταϊγανίδου + τάσος-θώμογλου