Σάλια, μνήμες και νταλγκάς.

Το προπατορικό αμάρτημά μου μέσα…

Αιώνες πίσω γλίστρησα από τον ζωοδόχο πλακούντα της μαμάς μου με χαρακτηριστικό στυλ και άνεση και προξένησα ανάμικτα συναισθήματα αποστροφής και ερωτικής έξαψης στον μαιευτήρα και το νοσηλευτικό προσωπικό. Παίζοντας μπεγλέρι με τον ομφάλιο λώρο, έβριζα και έφτυνα τους πάντες και με απειλές τους προέτρεπα να μ’ αφήσουν να ξαναμπώ μέσα για να πάρω τουλάχιστον τα ρούχα και τα τσιγάρα μου. Ο μπαμπάς μου κέρασε στο καφενείο για τα γεννητούρια και στα βαφτίσια μου έβαλε γραβάτα Givenchy. Θήλαζα νυχθημερόν, ρευόμουν όταν με χτυπούσαν στην πλάτη, τα κακάκια μου έμοιαζαν με Maltesers και τα πλιάτσικά μου με μπαλάκι του γκολφ.

Μετά μου είπαν πως έγινα παιδάκι. Με πήγαιναν στη θάλασσα και διασκέδαζαν να με φωτογραφίζουν με το τσουτσούρι έξω, έφαγα χώμα, έφαγα άμμο, έφαγα UHU, έφαγα μυρμήγκια, έφαγα πλαστικό. Μόνο ξύλο δεν έφαγα γι’ αυτό συνέχιζα να δαγκώνω μανιωδώς τα μαλλιά των playmobil, να σπάω πράγματα που δεν έπρεπε και να αρνούμαι να κάνω πράγματα που έπρεπε. Μέσα όμως σ’ όλα αυτά έβρισκα το χρόνο να διατηρώ την χωρίστρα στο πλάι καλοχτενισμένη. Στη γιορτή του νηπιαγωγείου με έντυσαν Άγιο Βασίλη και είπα στην Παναγία της γιορτής backstage πως την αγαπώ. Δεν το εννοούσα.

Ψήλωνα. Ωρίμασα τις στιγμές που πλαστογραφούσα την υπογραφή της μάνας μου στο τεστ των μαθηματικών. ‘Έτρωγα σουβλάκι του κατοστάρικου με ντομάτα και μαϊντανό, μου άρεσε το μπάσκετ και η ιστορία. Το Σάββατο ραντεβού στον Θείο Βάνια, κολόνια απ’ τα μπιούτι σοπ, Stefanel και Benetton, σμάιλ για ατομική πίτσα και κοκα κόλα, goody’s για τσίλι μπέργκερ και περατζάδα. Κοιτούσα τον ήλιο χωρίς να με τυφλώνει και το χρόνο να περνάει χωρίς να με αγχώνει. Είχα σκαρφαλώσει τα κάγκελα του παραδείσου, είχα περάσει το ένα πόδι ήδη από τη μια μεριά και μπορεί να έμενα εκεί για πάντα αν δεν υπήρχαν γαμημένες μέρες όπως εκείνη η Τρίτη και κάτι καργιόλες όπως η Χριστίνα.

Τρίτη λοιπόν στην μικρή, αποστολική μας πόλη. Απογευματάκι. Το νέφος της ψαρίλας έχει μόλις απομακρυνθεί κι ένα άλλο πυκνό και κατάμαυρο έρχεται ακριβώς καταπάνω μου χωρίς να το γνωρίζω. Πάνω από πατημένες ελιές, κλαδάκια από τσάι του βουνού και χαρτόκουτα, στο παζάρι που μάζευε για να την κοπανήσει άρχισε να πέφτει μια φούξια βροχή και σχεδόν ταυτόχρονα η Χριστίνα έσπρωχνε τη γλώσσα της μέσα στο ανοιχτό από έκπληξη και αδιαφορία στόμα μου. Κάπου εκεί άρχισα να καρφιτσώνω το φυλαχτό του νταλγκά πάνω στη τιράντα του κοσκορσέ μινέρβα. Άρχισα να συνειδητοποιώ πως η ζωή απαιτεί περισσότερα από μισή ώρα διάβασμα, παιχνίδι και ύπνο. Υπάρχουν πράγματα αλλόκοτα, περίεργα και διαβολικά στο στομάχι και στο βρακί μου. Ω, να σου γαμήσω ρε Χριστίνα…

Ήταν ανάγκη να μπούμε σε τροχιά; Άντε να μάθεις τώρα να σκέφτεσαι άλλα και να λες άλλα, να κοιτιέσαι στον καθρέφτη, να μοιράζεις το σαββατόβραδο στα δύο, να υποκρίνεσαι πως ενδιαφέρεσαι για τις παπαριές που σου λέει, να ρωτάς και να πρέπει ταυτόχρονα ν’ ακούς. Να θυμάσαι, να τη σκέφτεσαι, να ζηλεύεις λίγο αλλά να πρέπει να υποκρίνεσαι πως ζηλεύεις πολύ και δεν αδιαφορείς. Κι αυτά είναι μόνο η ρομαντική αρχή σε μια δακρύβρεχτη, θαυμάσια και καρκινογόνο ιστορία που μελλοντικά θα περιλαμβάνει την εισαγωγή στην μαγεία του αυνανισμού, καρδιοχτύπια, γελάκια, σεξάκι, επετείους, δεσμεύσεις, κλάματα, χωρισμούς, γλειψίματα κάθε είδους, διατροφές, πεθερές, κωλόμπαρα, φτηνά ποτά και απογόνους με το στίγμα του προπατορικού αμαρτήματος να κυλάει στο αίμα τους.

Και πρέπει να συνεχίσουμε τώρα έτσι… Με ανταλλαγές υγρών, μακριές τρίχες στον νιπτήρα, κατεβασμένα καπάκια λεκάνης και τρυφερότητα. Πρέπει να μηδενίζει ξανά η ζωή μπροστά από το υπέροχο τόξο που σχηματίζεται όταν κάποιο βρακί καταβαίνει για σένα, να χάνεις τα λόγια σου, το χρόνο σου, την υπομονή σου, τα λογικά σου. Πρέπει να… σταματήσω και να τρέξω να βρω το άλμπουμ για το μουντιάλ της Βραζιλίας. Θα το συμπληρώσω όλο και πού ξέρεις… μπορεί να κερδίσω το ποδήλατο.

κείμενο: αλέξανδρος-κόγκας
επιμέλεια: πωλίνα-ταϊγανίδου + τάσος-θώμογλου