Διακοπές θα πει δε θυμάμαι…

…καλό μου πορτοκάλι

Μα και βέβαια το είχα ρυθμίσει το ξυπνητήρι. Ξυπνάει κανείς από μόνος του, άγρια αγριεμένα, στις τρεις τα χαράματα, έστω κι αν θέλει να πάει διακοπές; Δεν ξυπνάει!

Φίσκα το αυτοκίνητο, φίσκα το ρεζερβουάρι, φίσκα το μυαλό από θέματα ενός χρόνου και βάλε, φίσκα οι τσέπες από λεφτά, ε..., δε θα το ‘λεγα, αλλά σημασία έχει το ταξίδι αγαπημένε ποιητή! Αα κι εκείνο το ραντεβού που είχα με το πορτοκάλι πάνω στο δέντρο, σε κάποιο χωριό της Πελοποννήσου. Όλα γι’ αυτή τη συνάντηση γίνονται. Χρόνια με περιμένει και δεν πάω. Και να ΄σου οι δικαιολογίες, δεν περίσσεψαν χρήματα γιατί φτιάξαμε τη στέγη απ΄ την αρχή, που όλο μας έσταζε και κάναμε στο καταχείμωνο σουλάτσες με ομπρέλες στο σαλόνι, να’ σου οι δικαιολογίες, τα παιδιά ζαλίζονται για τόσο μακρινά ταξίδια και θα ξερνοβολάνε άντερα, να’ σου μας κάλεσαν οι κουμπάροι στο παραθαλάσσιο στη Νέα Τρίγλια -να μην παινέψει το Καιτούλι τον Βαγγέλλα της για την προαγωγή;- …γούστο σας λείπει Καιτούλι μου, γούστο, γιατί από λεφτά… το καταλάβαμε!

Έτσι που λες, χρόνια τώρα το ανέβαλα το ραντεβού με το πορτοκάλι Πελοποννήσου, όμως φέτος μου το ξεκαθάρισε. Ή τώρα ή ποτέ!! Και καλά έκανε και με πίεσε, γιατί αλλιώς… αναποφάσιστος μια ζωή, αναβλητικός, μηρυκαστικό σωστό, ν’ αναμασώ την κάθε μου σκέψη, την κάθε μου ιδέα, την κάθε μου λέξη το το το, το κάθε τι. Αν μου συμβεί αυτό, αν δεν αρέσει στη Γιούλη -η γυναίκα μου- αν δεν γίνουν όπως θέλω, αν αλλάξω γνώμη μόνος μου αν αν αν…

Το «here» δίνει δυο διαδρομές για τον Μοριά, μμμ ναι, Μοριάς από το σλάβικο πρόθεμα-λέξη mor, που σημαίνει θάλασσα ή από την αρχαία λέξη μωρέα δηλαδή μουριά, ή ή ή….

Διαλέγω τη δεύτερη διαδρομή για κάθοδο, παρότι μεγαλύτερη η απόσταση. Με σκανδαλίζει η ιδέα της γέφυρας του Ρίου.

Μπιι μπιπ στην κουκουβάγια στην απέναντι καμινάδα, που καταπίνει τα όνειρα και τις τελευταίες ανάσες ενός αθώου ποντικιού, και φύγαμε… Ξυστά από Γιάννενα, ξυστά από Πρέβεζα (πρόσεξες, δε λέω σύριζα), με μουσικές του κόσμου να με κρατάνε ξύπνιο, να με συντροφεύουν ως το ξημέρωμα. Την ώρα που σμίγει το πρώτο φως με τη δροσιά, η αύρα της θάλασσας με Ιόνιες αναμνήσεις, αα να και μι΄ αλεπού… της κόψαμε το δρόμο.

Καλημέρα πορτοκάλι μου, έρχομαι σ΄ εσένα.

Ρίο- Αντίρριο, βαρύ αντίτιμο η έλευσή σου, αλλά χαλάλι σου κι έχω στ’ αυτί μου ν’ αντηχεί κλαρίνο ακόμη της Ηπείρου, κύκνειο άσμα και δε με σκιάζει φοβέρα καμιά. Κι ύστερα γλιστρώ, βροχή σε ακροκέραμα, γλείφω ακρογιαλιές, πίνω αρμύρες και στροφές και να, γεννάται η ιδέα αυθόρμητα, απρόσκλητα, ασχεδίαστη και αμοντάριστη. Καλάβρυτα τη λένε! Μέσα στην ορεινή Αχαΐα, στα 735μ., σπίτια αραδιασμένα, ψυχές αδικημένες να αιωρούνται, σταυροί αήττητοι, Παγκόσμιε Β’, παγκόσμια ιστορία, Καλάβρυτα ιερά, ωχ και αμάν. Γυρίζω μίζα, βαραίνω το πετάλ του γκαζιού να αλαφρύνω την καρδιά μου, εγώ ο λιγόψυχος σε όλα.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ 13 Δεκέμβρη του 1943, όλη τους η ζωή κι ο θάνατός τους.

Έρχομαι πορτοκάλι και δεν αργώ

Αρκαδία, ξυστά από Τρίπολη, ελαφρώς από Άργος και πορεία… «σε 1500μ. στρίψτε αριστερά» και μετά «στην κυκλικά πορεία, βγείτε στη δεύτερη έξοδο», η φωνή της κοπέλας απ’ το «here», που ακόμη πρέπει να σταυροκοπιέται μαζί μου…. Πορεία προς την πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος, με τη πρώτη Βουλή της Ελλάδος, το πρώτο σχολείο της Ελλάδος, το πρώτο εστιατόριο της Ελλάδος, το πρώτο κουρείο, το πρώτο κρεοπωλείο, το πρώτο μπορντέλο… εεεε μα!!

Υπέροχο το Ναύπλιο, τα κάστρα του, οι φυλακές του -άμοιρε Κολοκοτρώνη μου- η οργάνωση, μα πάνω απ΄ όλα οι άνθρωποί του…. Ήρεμοι, ευγενικοί παρά τη κοσμοσυρροή και την κούρασή τους από την ολόχρονη τουριστική πίεση. Θα μου πεις τουρισμός σημαίνει χρήμα, αλλά δεν κρίνονται όλα έτσι και η κούραση έχει ένα βαθύ καφέ χρώμα που δεν ξεβάφεται εύκολα.

Κι ύστερα στα ψαροχώρια με κατάληξη στο Βιβάρι, το ήσυχο Βιβάρι με τις λιγοστές του ταβερνούλες πάνω στο κύμα, τις ελεύθερες παραλίες, τις ψάθινες καρέκλες στα βότσαλα, τα απλά μεσημεριανά γεύματα στην πεύκινη σκιά και με αναπάντεχη παρέα!!! -Πόσο μικρός είναι ο κόσμος;- όσο ακριβώς και ο μικρός Παμπλίτο, ο γιός των φίλων μας από τα πάτρια εδάφη. Τι γλυκιά σύμπτωση-συνάντηση… Κορυφαία!

Και να η εκδρομή στην Επίδαυρο και να τα θαυμαστικά να πιάνονται χέρι με χέρι και να’ ρχονται κι άλλα κι άλλα, στρατοί μυρμηγκιών, να μην αφήνουν λέξη- ούτε άρθρο χωρίς να το στολίσουν- και να σου χορεύουν κάτι απροσδιόριστους ρυθμούς, πρωτόγνωρους, με γεύσεις κλεμμένου γλυκού του κουταλιού και να σε παρασέρνουν σε δρόμους Αριστοφάνη, Αισχύλου, Ευριπίδη και να σε χαστουκίζει η ιστορία κι εσύ να θέλεις κι άλλο, μαζοχιστικά να καλείς κι άλλους στο χορό των χαστουκιών… Μινωτή, Παξινού, Κατράκη, Βέγγο… χορεύω τώρα τσιφτετέλια στην Ελλάδα των σύγχρονων πατριωτών!

Αχ καλό μου πορτοκάλι, μην ανησυχείς σε φτάνω

Μα έλα που δεν μπορώ να μη μιλήσω για το άθλιο μουσείο της Επιδαύρου- εντός της- με την κατάρρευση να καιροφυλακτεί, την κατάντια να αδημονεί, την εγκατάλειψη να εισβάλλει μέσα του και να εδραιώνεται ως 13ος θεός… Αφερίμ!

Και να που ήρθε η ώρα σου καλό μου πορτοκάλι, να σε συναντήσω στο δέντρο πάνω, να μου καμώνεσαι τον κάποιο, να μου φωνάζεις έλα, εγώ είμαι… μα ήσουν ακόμη πράσινο. Εκεί, στο Δρέπανο, λίγο πριν το πανηγύρι του Άη Φανούρη, έρμο μου. Και σ΄ έκοψα γιατί εσύ το ζήτησες και σου ξυσα λίγο τη ράχη σου μικρό μου κι έπειτα εσύ μου χάρισες στον ενθουσιασμό σου πάνω, μέσα από τα μονάκριβα ευωδιαστά σου σταγονίδια, ένα σωρό χαρές κι ένα δεμάτι λύπες… γι΄αυτά που με βρήκανε, για κείνα που ‘χασα κι εκείνα που δε θα’ ρθουν. Σε έβαλα στη μικρή τσέπη του κοντού παντελονιού μου και συνέχισα…

Μικρό λιμάνι Μετοχίου, δίπλα στην Ερμιώνη, για πέρασμα στην ξακουστή Ύδρα του Κουντουριώτη, του Μιαούλη και τόσων… Εμπνεύστρια του Πικάσο και του Σαγκάλ, Ύδρα των εξαφανισμένων αυτοκινήτων, Ύδρα των μουλαριών- και όχι των γαϊδουριών όπως θέλουν να λένε- κορυφαία ‘χώρα’, Ύδρα των γάμων, μονάκριβη και… πανάκριβη, ω ναι!

Επιστροφή ξυστά από Κόρινθο, πάνω από τον ισθμό της (θα μου χρωστάς τις Μυκήνες, την Ολυμπία… την Μονεμβασιά σου), ξυστά από Αθήνα κι ύστερα και λίγο πριν, διόδια κι όλο διόδια και πάλι… Στάση Καμένα Βούρλα- κάνεις καριέρα με τέτοιο όνομα, αναρωτήθηκα… κι όμως κάναν- για να μην αποδεχτείς την ήττα που λέει και το τραγούδι «….όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα» του μέγα Μανώλη, του Θάνου, της Μαρίας!!! Το τελευταίο μπανάκι, ως άλλος Κωνσταντάρας, διατάσεις χεριών, επικύψεις, μικρά τεντώματα και μπλουπ…

Κι έπειτα διόδια και πάλι διόδια… και να ξυστά από τους Αργοναύτες και τους κοινούς θνητούς τους Λαρισαίους… και Μακεδονία, ύστερα ξυστά από Κατερίνη και να η Ημαθία μου. Ο ήλιος παλεύει να μείνει ζωντανός- του κάκου- η τελευταία του ακτίνα ανάμεσα στα στητά- τσιτωμένα στήθη του Βερμίου, βυζαίνει και ψυχορραγεί …γάλα πικρό η νύχτα.

Έπειτα, γύρισες πράσινό μου πορτοκάλι, να μου σταθείς και να με παρηγορήσεις… «Μικρή είναι κι ζωή, μα δες την όπως θες κι έτσι θα μοιάσει» είπες και σ΄ αποκάλεσα σοφό μα και ανώριμο και κυριολεκτούσα, πράσινο Πελοποννησιακό μου πορτοκάλι.

Ήρθε Σεπτέμβρης… βιάστηκε! Πάλι!

κείμενο + φωτογραφίες: γιώργος-κασαπίδης
επιμέλεια: ιάκωβος-καγκελίδης + πωλίνα-ταϊγανίδου