Η Κυριώτισσα της εφηβείας μας

Μια καρδιά που σταμάτησε ξαφνικά

«Αν δε φοβόσουν, τι θα ‘θελες να μου κάνεις;», ρώτησε η Σαμ. Ο Μάικ την κοίταξε βαθειά, διαπεραστικά και με τη σιγουριά να ξεχειλίζει από την ήρεμη φωνή του, απάντησε: «Θα σου έβγαζα τα μάτια και θα τα έβαζα στο κρανίο μου, θα κοίταζα τριγύρω και θα έβλεπα το δρόμο με τον τρόπο που τον έβλεπα, όταν ήμουν στην ηλικία σου».

Αλλάξανε οι δρόμοι της Ροδακινούπολης μαζί με τους καιρούς. Καλωδιώθηκαν στην εντατική μέχρι κάποια επόμενη γενιά να τους επαναφέρει. Κάποτε χαιρόμασταν τη Βέροια κι όχι τα καφέ της. Κάποτε ο δρόμος, το παγκάκι, το στενό ήταν ο προορισμός κι όχι το ντουβάρι που προσπερνάς αδιάφορα και που το μισείς γιατί σε χωρίζει απ’ το επόμενο ορθάδικο. Αυτή είναι όμως η Θεωρία της εξέλιξης των ειδών. Αυτοί που αλλάζουν δόντια μπροστά στο πληκτρολόγιο συνεχίζουνε κλεισμένοι εκεί που μπορούν να έχουν ποτήρια και τσεκ-ιν κι αυτοί που τα βγάλανε σε κάποια σχολική αυλή νιώθουνε μεγαλύτερη ασφάλεια έξω παρά μέσα.

Ευτυχώς προλάβαμε να μεγαλώσουμε με τους δεύτερους κι είναι απ’ τις λίγες περιπτώσεις που η νοσταλγία δε σου αφήνει μια πικρίλα στο τέλος. Το ότι κάθε μα κάθε γωνιά της πόλης είναι κι ένα στιγμιαίο φλας-μπακ δε σημαίνει τίποτα άλλο παρά το ότι τη ρούφηξες ως το μεδούλι, της πέταξες τα μάτια έξω και το καταευχαριστήθηκε κιόλας. Καταρχήν, ήσουν Εγγλέζος. 5 ψηφία στο σταθερό, έκλεινες το ραντεβού κι αν δεν ήσουν κάτω απ’ το σπίτι στην ώρα σου, πρώτον σ’ έπαιρνε ο διάολος και δεύτερον έσπαγε το θυροτηλέφωνο που ‘κανε σαν ξυριστική. Η ερώτηση μία: «Πού θ’ αράξουμε;»

Δεν ξέρω τι να πρωτοθυμηθώ. Γιατί, βλέπεις, δεν αλλάζει μόνο σήμερα η πιάτσα στις καπουτσινερί, άλλαζε και τότε, στα πάρκα, στις αλάνες και στα παγκάκια. Σήμερα θα πιάσω την ΚΥΡΙΩΤΙΣΣΑ, και συγκεκριμένα, την παιδική χαρά πίσω απ’ την εκκλησία του Αγίου Σάββα. Γιατί μέχρι πρόσφατα εμείς ξέραμε μόνο την πλάτη του και το μπροστά το είδαμε πολύ αργότερα, όταν μας κάλεσαν σε τίποτα βαφτίσια. Τι γινόταν στην Κυριώτισσα; Της πουτάνας. Απανωτά τα σολντ-άουτ, ο τριψήφιος έπαιζε για πλάκα καθημερινά. Πάνω κάτω μετά τις πρώτες μαζώξεις, το πρόγραμμα είχε φιξαριστεί. Έτσι κι αργούσες κάνα μισάωρο, δεν έβρισκες τετραγωνικό στο πεζούλι όχι για να βάλεις τον κώλο σου, ούτε για ν’ ακουμπήσεις την απογοήτευσή σου. Μπυράκια στις τσέπες του μπουφάν, κασετόφωνο και καμιά κιθάρα για το μεράκλωμα. Το πρωτόκολλο ήταν συγκεκριμένο. Για να βγάλουμε το άχτι της Βιολογίας, ακολουθούσαμε την αντίστροφη πορεία της μίτωσης. Αντί να διχοτομούμαστε, ξεκινούσαμε σκόρπια πηγαδάκια και στο τέλος γινόμασταν ένα.

Πλάκες, καραγκιοζιλίκια, μπλε ιστορίες κι εφηβικές υπεραναλύσεις που πάντοτε ξεκινούσαν από το αν υπάρχει Θεός και κατέληγαν στο ποιος έχει την καλύτερη μπουγάτσα με τυρί και ποιος με κρέμα. Εκεί μας έκανε το πρώτο μας ψαχτήρι η Αστυνομία που έσκαγε απροειδοποίητα μπας και βρει καμιά πατατούφα, εκεί φάγαμε την πρώτη χοντρή παρατήρηση, απ’ αυτές που δεν λέγονταν στα γαλλικά, αλλά στη γλώσσα των Ούννων του Αττίλα. Στην πορεία τα βρήκαμε με τους γείτονες κι υπήρχε αλληλοκατανόηση, αλλά μέχρι να φτάσουμε εκεί, τα καντήλια που φεύγανε ήτανε περισσότερα κι απ’ του Αγίου Σάββα.

Να μην ξεχνάμε βέβαια και το φλερτ. Τότε, την εποχή πριν ξεμπουρδελευτεί το άπαν σύμπαν, τα δεκάδες στενάκια έκαναν το μέρος ιδανικό για την κλασική εφηβική προσέγγιση του στυλ «ο Κώστας σε γουστάρει και σε περιμένει μετά τη στροφή να μιλήσετε». Δύσκολα βέβαια θα γλίτωνες και πάλι από το φίλο φίλου που θα περνούσε και θα σου ‘κλεινε στα μουγγά το μάτι (ή θα έκανε κανένα πιο χοντρό νόημα πίσω απ’ την πλάτη της κοπέλας). Υπήρχαν όμως και τα ξεμοναχιάσματα. Όσοι περίσσευαν στην κεντρική σκηνή ή ήθελαν κάτι πιο χαλαρό, υπήρχε και το «Μικρό», το παρκάκι που ήταν λίγο παραπάνω με την πυκνή βλάστηση, υπήρχαν οι «Καμάρες» και φυσικά, τα ανυπέρβλητα «Σκαλάκια» στην κατηφόρα μετά την παιδική.

Αυτά τα σκαλάκια από ένα σημείο και μετά έγιναν το “My Prrrecious” για όλα μας τα Γκόλουμ. Η στιγμή που ξεπρόβαλλε το κεφάλι μετά τον τοίχο κι έβρισκε το πεζουλάκι αριστερά άδειο: αξία ανεκτίμητη. Κολλούσες πάνω το Levi’s σου με συρραπτικό κι αν ερχόταν κανείς μετά από σένα, ο διάλογος πήγαινε κάπως έτσι: «Α είστε εσείς;» «Ναι, ναι», ενώ κατά βάθος ήθελες να πεις «Πάρ’ τα, μωρή άρρωστη, σήμερα παίζω μπάλα εγώ». Έμενε, θυμάμαι, εκεί και μια πολύ καλή γιαγιά που μας είχε μάθει με τα μικρά μας και που ενίοτε έβγαινε στην αυλή μπροστά στο πεζούλι και μας κερνούσε κουλουράκια.

Τελικά είναι πολλά αυτά που ξέμαθα να θυμάμαι κι όλα μαζί ξυπνούν κάθε φορά που τα βήματά μου με φέρνουν εκεί. Σήμερα, στην άλλοτε καρδιά της βεροιώτικης εφηβείας το χώμα πέτρωσε, η παιδική ξηλώθηκε κι η βλάστηση χάθηκε. Οι αναμνήσεις μας όμως παραμένουν ολοζώντανες.

κείμενο + φωτογραφίες: μιχάλης-χασιώτης
επιμέλεια: αλέξανδρος-κόγκας + ιάκωβος-καγκελίδης