Του Θοδωρή

…ακουμαντάριστη ζωή

του_γιώργου_κασαπίδη

Όταν γκριζάρει το μαλλί, αρχίζουν και οι πρώτες γκρίζες σκέψεις. Όταν δε, πέφτει, άστα.

Ο Θοδωρής τα κατάφερε αρκετά καλά στη ζωή του. Επιτυχημένος γάμος, τρεις κοράκλες ίσα μ΄εκεί πάνω, κούκλες και με περίφημους χαρακτήρες. Η μία 25 και οι δίδυμες στα 23. Γνωστός επιχειρηματίας και αρκετά ευκατάστατος ώστε να μπορεί να διατηρεί ένα καλό εξοχικό, παραθαλάσσια του Πλαταμώνα. Και να που είναι η Βέροια! Μέχρι να πιεί τρία τσιγάρα -γιατί πολύ τ’ αγάπαγε το ρημάδι το άφιλτρο- τσουπ , έβλεπε κύμα. Κάθε καλοκαίρι εκεί, οικογενειακώς. Βέβαια τελευταία, τα κορίτσια λάκιζαν, λόγω μεγάλων ερώτων θες, λόγω ανάγκης να γνωρίσουν νέα ηλιοβασιλέματα… πάντως δεν!!

Όταν ο Θοδωρής λοιπόν γκριζάρισε και τα μαλλάκια του άρχισαν το χορό της ατέλειωτης πτώσης, ένας μεγάλος, τραχύς και βαρύς κόμπος, ήρθε και του ‘σφιξε τον λάρυγγα. Ήταν στα πενήντα και κάτι, και ξαφνικά, ένοιωσε αυτό που λένε κρίση μέσης ηλικίας. Θες λίγο οι συνεχόμενες αρνήσεις της συνομήλικης γυναίκας του για ερωτικές περιπτύξεις, θες λίγο η χοληστερίνη και τα τριγλυκερίδια, η κοιλίτσα του που μήνα το μήνα πρήζονταν ολοένα κι έμοιαζε με της κυρά Δέσποινας της μανάβισσας, η εργασία του που πια δε τον γέμιζε όσο παλιότερα, ίσως και η ίδια η πόλη που δε φάνταζε στα μάτια του άξιά του, τον έριξαν σε μέρες θλίψης. Βρήκε το θάρρος να το παραδεχτεί και να τ’ ομολογήσει, πρώτα στον εαυτό του κι έπειτα στον καρδιακό του φίλο και γιατρό της παθολογίας. Αυτός τον πρόλαβε απ’ την κατάθλιψη. Αυτός… και η Λώρα. Η ‘πρόταση’ του γιατρού.

«Έχω μια ‘φίλη’ που θα σου φτιάξει την ψυχολογία άμεσα. Όλα στο μυαλό είναι. Στο μυαλό και στο…» Ο Θοδωρής, σοβαρός κατά τα άλλα, δέχτηκε με φανερή ικανοποίηση να συναντήσει το γιατρικό του και μια και δυο, έγινε το κονέ! Σα συνταγή, που λες, τρεις φορές την εβδομάδα έπαιρνε τη δοσολογία του και μετά ξεμάκραιναν. Σάμπως, τί του ζητούσε η Λώρα, ένα τριανταράκι και μια σακούλα ψώνια. Και του καλοάρεσε τόσο του Θοδωρή το όλον, που άρχισε σιγά σιγά να παίρνει τα πάνω του- είχε δίκιο ο ντόκτορας, έλεγε στον καθρέφτη του μπροστά- και κάποιες φορές να ζηλεύει τη Λώρα, η οποία τις κενές τους μέρες, συναντούσε άλλους κυρίους. Ώσπου και ζήτησε απ’ το γιατρό του, να του βρει άλλη, πιο νέα και κατά κάποιο τρόπο πιο αποκλειστική. Μισιακό κορμί ο Θόδωρας;!; Ε, όχι δα! Κι έτσι, η σαραντάρα Λώρα έγινε παρελθόν και τη θέση της πήρε η Φιλιώ. Η κοιλίτσα έπεσε, τα τριγλυκερίδια λίιιγο πάνω του ορίου και η χοληστερίνη σε επίπεδα γυμνασμένου τριαντάρη.

Έπαιρνε το Land Rover του, έμπαινε στο πάρκινγκ της επιχείρησης -μια βιοτεχνία φωτιστικών-περίμενε παρφουμαρισμένος τη Φιλιώ του και σαν σε ταινία απόδρασης, το ‘σκαγαν από την πόλη, είτε σε κάποιο μικρό ξενοδοχείο προς Νάουσα, είτε στο εξοχικό στο Πλαταμώνα. Μεγαλεία ο Θοδωρής.

Αυτός θα φορούσε αρώματα, εκείνη όχι. Ξηγημένες δουλειές. Ρουφήγματα απαγορεύονται, κραγιόν επίσης ποτέ και πάντα η επιστροφή θα γίνονταν στο πάρκινγκ της δουλειάς. Έξι τετράγωνα μακριά από το σπίτι. Εκείνη στο πίσω κάθισμα, σχεδόν ξαπλωμένη κι ας είχε φιμέ τα παράθυρά του. Αν δεν προσέξεις δε θα έχεις, τη νουθετούσε.

Κράτησε περίπου τρία χρόνια αυτή η δουλειά, μα κάπου τον κούρασε αυτό το κρυφτό κι αυτή η αγωνία. Άσε που η Φιλιώ ήθελε πλέον πενηντάρικο, οι δουλειές είχανε πάρει ήδη την κατιούσα κι ο Θοδωρής ,πενήντα πέντε πια, ήθελε ανανέωση.

«Γιατρέ, έχουμε κάτι καινούργιο;»

Και ο γιατρός δεν το αρνήθηκε στο φίλο και σχεδόν ασθενή του. Μεγάλο μούτρο! Αρχηγός των φακέλων και της νύχτας, ο μεγάλος επιστήμων!

Η Νίνα θα του άλλαζε τη ζωή… και τη συνταγή.

-Μια φορά στις δέκα μέρες (τον βολεύει, σκέφτηκε)
-Αποκλειστικότητα (το λατρεύει, ξανασκέφτηκε)
-Διακόσια ευρώ τη φορά (τον πονάει, είπε φωναχτά)

Η Νίνα, μισή Γεωργιανή μισή Ναουσαία, 22 Απρίληδων, πιο μικρή κι από τις δίδυμες ο αθεόφοβος, ένα κουκλί στα εκατόν εβδομήντα εφτά εκατοστά από τη γη και φτωχή όσο λίγοι. Όσο για μυαλό… να σε τουμπάρει στο λεπτό και να μη σου αφήσει στο πορτοφόλι ούτε λεπτό!! Είχε τον τρόπο του το αφιλότιμο. Κι ο Θοδωρής έπεσε με τα μούτρα και κόλλησε κι αγάπησε ως αγαπάει έφηβος κι ακόμη πιο πολύ. Πληρωμένοι γεροντοέρωτες. Και να λιώνει και να κλαίει και να χτυπιέται και να της τάζει κι εν τέλει να της γράφει το εξοχικό του Πλαταμώνα, γιατί τα μετρητά του πια δε φτάνανε κι αν ήθελε να τη δει -που το ‘θελε ο έρμος τόσο- θα ‘πρεπε να της γενούν τα χατιράκια όλα! Και τον έπαιζε στα δάχτυλα του ενός χεριού, σα χωρικό στην πόλη. Και τον τύφλωσε, τον ρήμαξε και πάνω στα εξήντα του, μ’ έναν προστάτη να, να σέρνεται πίσω από φουστάνια κολλητά, ζαρτιέρες ροζουλί, τάγκα φαλτσέτες και ξυρισμένα…!!

«Εδώ είμαι εγώ» έλεγε η Νίνα στον γκόμενό της, τον έρωτά της το μεγάλο, τον Σάκη. «Λίγη υπομονή και θα του φάω και τη βιοτεχνία όλη, του μπούλη… κι έπειτα μόνον εμείς» και του ‘σκαγε ένα φιλί στο στόμα μέσα. Κι εκείνος καμάρωνε κι έκανε σχέδια και πού και πού…πήδαγε και τη μάνα της Νίνας στα κρυφά, έτσι για γούστο.

Όσο για το γιατρό, μεγάλο νταλγκά την είχε χρόνια τώρα την Θοδώραινα, του Θοδωρή ναι, και δε χρειάστηκε πολύς ακόμη κόπος, να την εντάξει στην μποέμικη κι εργένικη έως τα τώρα του ζωή… Ο φίλος και αδελφός…

Αχ, ακουμαντάριστη η ζωή. Κανείς δεν τα ‘χει όλα
Τα γκέμια, σ’ άλλων χέρια...
Αγάπες, χρήμα, ναυάγια κι αποκαϊδια