Βέροια, μια πόλη εκούσια υποτελής.

Κοντά στη Θεσσαλονίκη δεν τρώμε κι εμείς.

Λένε πως για να νικήσεις τον εχθρό σου, πρέπει πρώτα να τον προσεγγίσεις και να τον μελετήσεις καλά. Εγώ θα έβαζα εδώ ένα αστεράκι, και θα πρόσθετα πως για να νικάς γενικά, πρέπει πρώτα να μάθεις να εντοπίζεις τον εχθρό σου. Πρέπει δηλαδή να έχεις μια υποτυπώδη οξυδέρκεια και να προστατεύεις τα συμφέροντά σου ανάλογα με τις συνθήκες της εποχής. Μεγαλώσαμε μαθαίνοντας να μισούμε τους Τούρκους, μετά προσθέσαμε τους Σκοπιανούς, τους Βούλγαρους, τους Γερμανούς, τους Αμερικάνους και πάει λέγοντας… Επειδή όμως, παραφράζοντας και την ατάκα της Αντιγόνης, δεν γεννηθήκαμε για να μισούμε τους πάντες, ε, θα πρέπει ανάλογα με το μομέντουμ να διοχετεύουμε το μίσος μας προς μια κατεύθυνση. Στην παρούσα φάση, η Γερμανία δείχνει να έχει κερδίσει αρκετούς πόντους μίσους και μάλλον προηγείται έναντι των ανταγωνιστών της.

Όλα καλά μέχρι εδώ. Όμως εδώ είναι Βαλκάνια, είναι Μακεδονία και κυρίως, είναι Βέροια. Ας προσπαθήσουμε να σκεφτούμε πρώτα το σπίτι μας και μετά κοιτάμε και τη γειτονιά μας. Κάποιες φορές επιβεβαιώνεται το «κοιτάς το δέντρο και χάνεις το δάσος», αλλά από την άλλη, αν μας αντιστοιχεί ένα δέντρο σ’ αυτόν τον άδικο ντουνιά, ας το προστατεύσουμε όσο μπορούμε. Κι αν κάνουμε καλή δουλειά, κανένα δάσος δε θα καεί, κανένα δάσος δε θα χαθεί.

Έχουμε μεγαλώσει με το σβέρκο να στρέφεται διαρκώς προς τη Θεσσαλονίκη, έτσι όπως το φυτό ξεχαρβαλώνεται και παίρνει ηλίθιες πόζες, ακολουθώντας την πορεία του φωτός. Μάθαμε να θεωρούμε το Θεσσαλονίκη έδρα μας, στόχο μας, σπίτι μας και καμάρι μας. Τι κερδίσαμε απ’ αυτό; Δεν εννοώ τι κερδίσαμε ως άνθρωποι, αυτό είναι μια απάντηση που μπορεί ο καθένας να τη δώσει στον εαυτό του κατ’ ιδίαν. Ως πόλη αναρωτιέμαι τι έχουμε κερδίσει…

Έχουμε επωμιστεί με μεγάλη ευκολία και ίσως με κρυφή περηφάνια το ρόλο του κομπάρσου, αν όχι του κορόιδου. Είμαστε τα δυτικά της τείχη, δορυφόροι, προμηθευτές πρώτων υλών στην καλύτερη περίπτωση, πολιτιστικά υποτελείς. Δεν ξέρω αν κάτι τέτοιο είναι καλό ή κακό, αλλά όσο υπερβολικό κι αν ακούγεται, δεν νομίζω ότι απέχει πολύ απ’ την πραγματικότητα. Δεν προσεγγίζουμε την επαφή μας, τη σχέση μας ως πρόβλημα, αλλά κυρίως ως παράσημο, ως εξυπηρέτηση.

Και είναι. Γιατροί, νοσοκομεία, μαγαζάρες, επιλογές, θάλασσα, συναυλίες, θέατρα, κινηματογράφος, πανεπιστήμια. Κοντά σ΄ αυτούς να φάμε κι εμείς και σε καμιά περίπτωση το αντίστροφο. Έχουμε εκμεταλλευτεί όμως την επικοινωνία αυτή; Μπορούμε να μιλήσουμε για μια σχέση αμφίδρομη, για μια win-win συμφωνία του ισχυρού με τον ανίσχυρο; Όσο όμορφη κι αν είναι η Θεσσαλονίκη, τελευταία με προβληματίζει πολύ. Είναι κι αυτή μια παράξενη πόλη. Από τη μια μαγκιά, στρόγγυλα λάμδα και μπουγατσολάγνες καρικατούρες. Ντεμέκ φραπεδούπολη, στην οποία κάθε μέρα ξεφυτρώνουν Bruno και Mikel κι οποιαδήποτε άλλη πίπα με μέσο όρο διάρκειας ζωής το εξάμηνο. Συντρίμμια λιμανίσιας λεβεντιάς κάτω από φτηνά μπλουζάκια ξένων franchise, πανάκριβες τσάντες, χιπστεράδες με καρό πουκάμισα και τετράγωνα γυαλιά που παραπέμπουν στον γυμνασιακό μας σκατίφλωρο.

Κι όλοι αυτοί στα μαγαζιά του αηδέστατου Κανάκη, του γελωτοποιού χωρίς αιτία, του πρόξενου στον Βορρά της κωστοπουλικής αισθητικής. Βγαίνει στο μπαλκόνι κι από κάτω το πλήθος παραληρεί, σκίζει τα ψηλοκάβαλα τζινάκια, τα αμάνικα μπουφάν, καρφώνει το γυαλί ηλίου ξημερώματα και νιώθει υπέροχα πληρώνοντας 10 ευρώ το δάχτυλο ποτού. Ένα ψηφιδωτό ανήλικου οπιομανή, μια νεκρή φύση από το πιο φτηνό κορνιζάδικο της Αιόλου. Αυτή είναι η Θεσσαλονίκη του πολυπολιτισμού και του ευρωπαϊκού αέρα;

Τα παιδιά σου όμως, αυτό φαντασιώνονται από έφηβοι ακόμα.

Το καλοκαίρι, καρφί Χαλκιδική. Ε, ναι για. Σαν την Χαλκιδική δεν έχει. Και σου δείχνουν τη Φούρκα και τη Χανιώτη. Τα θερινά μαγαζιά των Κανάκηδων, πάνω στους βούρκους, με ρακετούλα, κάγκουρες, λαδωμένες βίζιτες και χοντρές μόνο στη γαλαρία. Κράτηση ξαπλώστρας και σε πρώτο πλάνο κώλος ξανθιάς που πίνει τζάμπα. Εσύ πίνεις το γνωστό δάχτυλο των δέκα ευρώ, αλλά λες «σαν την Χαλκιδική δεν έχει» γιατί έχεις τα τυχερά σου. Έχει όμως. Έχει όμορφα μέρη παντού και μάλιστα χωρίς να σε στραβοκοιτάνε οι ντόπιοι και χωρίς να σε σοδομίζουν οικονομικά με τον πλέον απροκάλυπτο τρόπο.

Κι εμείς από κοντά. Οι δορυφόροι κάνουν check in στο Mikel, στο κατά καιρούς πιο τουπεδιάρικο κλαμπάκι ή φαγάδικο και λέμε ιστορίες για την Χαλκιδική, που σαν αυτή δεν έχει. Έχει δεν έχει, κίνηση, ζωή και χρήμα έχει. Κι εδώ βρέχει οκτώ μήνες το χρόνο, αλλά ομπρέλα να πάμε να αγοράσουμε απ’ τη Θεσσαλονίκη. Και παπούτσια και κάνα μπουφανάκι και καλά να κάνω που ψωνίζω από εκεί αφού εδώ είναι όλα τσιμπημένα και οι υπηρεσίες που προσφέρονται είναι χειρότερες.

Ε, τώρα μιλάς σωστά. Τώρα ίσως να καταλήγουμε κάπου.

Γιατί μην νομίζεις πως θα διαφωνήσω σ’ αυτό. Όχι, όχι, όχι. Η «επαγγελματική» δραστηριότητα πολλών φασουλονταβάδων βασιζόταν για χρόνια στο «άντε ψάξε βρες το αλλού». Τακτικές επαρχιώτικες, υπηρεσίες μετριότατες και περιθώρια κέρδους τεράστια. Εκπτώσεις εικονικές, ποικιλία περιορισμένη και άντε να πουλήσεις μόνο με την ατάκα «το χω πάρει κι εγώ και είμαι να σκάσω από την ικανοποίησή μου». Για κινηματογράφο, για εκδηλώσεις, για δράσεις, ας μη μιλήσω καν. Προφανώς δεν θα κάνει το κράτος εδώ πανεπιστήμια, σχολές, αεροδρόμια και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Έχει η Θεσσαλονίκη.

Εμείς έχουμε βρει τι θα έχουμε;

Λένε πως για να κερδίσεις τον εχθρό σου πρέπει πρώτα να τον προσεγγίσεις και να τον μελετήσεις καλά. Εγώ θα έβαζα εδώ ένα αστεράκι, και θα πρόσθετα πως για να νικάς γενικά, θα πρέπει πρώτα να γνωρίσεις τον εαυτό σου.

κείμενο: αλέξανδρος-κόγκας
επιμέλεια: πωλίνα-ταϊγανίδου + ιάκωβος-καγκελίδης