Βεργιώτης Φαροφύλακας, Μόνος, Περιμένει...

...σκάρτο έναν μήνα για την Ανάσταση

Είναι παράξενη αυτή η πόλη. Είναι βράδυ, αλλά όχι τόσο αργά. Παρ’ όλα αυτά μπορείς να περπατήσεις καταμεσής του δρόμου, κόντρα στο ρεύμα των οχημάτων. Έχει πιάσει κρύο που δεν το χεις συνηθίσει κι επικρατεί μια σαπισμένη ησυχία, που την παρασυνήθισες. Σε πρώτο πλάνα τα φύλλα που παπαριάζουν στους νερόλακκους και φόντο μικρά μαγαζιά με κορίτσια απ’ τον Βορρά. Εσύ και δυο σκυλιά στο δρόμο, ένα φως αναμμένο να σε περιμένει, μπουριά που καπνίζουν με μεγάλα διαλλείματα, μια κιλότα κάπου μπορεί και να γράφει επάνω τ’ όνομά σου. Τα βράδια του χειμώνα η μικρή, αποστολική μας πόλη μοιάζει με έναν μικρό φάρο κάπου στα νορβηγικά φιόρδ. Κι εμείς, μαχμουρλήδες φαροφύλακες, ανεξάρτητοι κι ωραίοι, λίγο μονόχνοτοι, ίσως εσωστρεφείς, αλλά τυπικοί στην αποστολή μας.

Από μικρός ακούω πως θα ταν αλλιώς αν είχαμε θάλασσα. Να είχαμε μια παραλία, θα άνοιγαν μαγαζάκια που θα σέρβιραν freddo φασουλονταβά, ρεβανί με παγωτό και κομπόστα κοκτέιλ. Θα άνοιγαν οι δουλειές, θα ερχόταν και κατά δω κανένας Βούλγαρος να αφήσει τα πολύτιμα λέβα του, θα ερχόταν κανένας Γιούγκος με τους μπασκετμπολίστες γιους του, ίσως ακόμα και κανένας ολτέρνατιβ Γερμανός να πιει ντόπιο τσίπουρο και να σύρει τα τουριστικά του καλτσοσάνδαλα στους δρόμους του κρασιού. Αν είχαμε λέει θάλασσα… Θα ήμασταν καλά. Αν είχαμε… με το «αν» όμως δεν γάμησε κανείς.

Μέχρι να έρθουν οι γιορτές θα έχουμε ησυχία. Τα μαγαζιά μας θα φυτοζωούν, θα είναι έρημοι οι δρόμοι και πιο κίτρινα τα φώτα τους. Μετά θα παρασυρθούμε από τις συνθήκες, τις στιγμές, θα ξεκινήσει η διαδικασία της ανάνηψης μέχρι να τελειώσουν κι αυτές, να μετρήσουμε τα ρέστα μας και να γυρίσουμε στις φωλιές μας σαν βρεγμένες γάτες, σαν παιδιά που έκαναν ζημιά. Κι όμως αυτή δεν είναι μόνο μια παράξενη πόλη, αλλά είναι η πατρίδα μας. Η πατρίδα που μισήσαμε και μας μίσησαν περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, που λέει έτερο άσμα. Γιατί καλώς ή κακώς είμαστε ετερόφωτοι ή καλύτερα έχουμε πάνω μας τη σκιά από κάποιες τεράστιες φτερούγες. Από μικρά παιδιά έχουμε αφεθεί να ζούμε κάτω από τις φτερούγες της Θεσσαλονίκης.

Να ήμασταν πιο μακριά απ την Θεσσαλονίκη… Άλλη πάλι ευχή, άλλη μόνιμη επιθυμία. Να μην αιμορραγούσε η οικονομία μας, τα μαγαζιά να δούλευαν, να είχαμε ακόμη και πανεπιστήμιο σοβαρό κι όχι αυτό το ρουσφετογενές δημιούργημα που μας πέταξαν και μας το πήραν πίσω λες και ήταν δανεικό. Άκουγα να λένε για την Κοζάνη, άσχημη πόλη, κρύο, ανηφόρες, τι να ζηλέψουμε και βλέπεις: τα μαγαζιά δουλεύουν κι οι φοιτητές κάθε χρόνο, χείμαρρος. Ενώ εμείς γεννιόμαστε με την κατάρα της σκιάς των φτερών. Ένα αδιόρατο σημάδι του λευκού πύργου στο μέτωπο, λίγο κατάρα, λίγο ευχή,”it’s complicated” θα έλεγε ο Μάρκ. Έχουμε πολλά να πούμε κι άλλα τόσα να κάνουμε. Όμως αυτή εδώ είναι η πατρίδα μας. Είναι ο τόπος που αν κάποια μέρα χάναμε, θα ακούγαμε τα τραγούδια του και θα διηγιόμασταν τις ομορφιές του.

Είναι βράδυ, αλλά όχι τόσο αργά. Είναι σκάρτος ένας μήνας για την Ανάσταση. Γιατί οι περισσότεροι περιμένουν τα Χριστούγεννα για να γιορτάσουν την ανάσταση. Να ακουστεί ο κρουστός ήχος του παιδικού τριγώνου, να ακουστεί ο γλυκός ήχος του συρταριού της ταμειακής. Να περπατάς στο δρόμο, να είναι όλα πιο φωτεινά, να καπνίζουν τα φουγάρα σαν τσιγγάνοι χαλκωματάδες, να είναι τα σκυλιά χορτάτα κι εμείς να τρεκλίζουμε μπερδεμένοι απ’ το ποτό κι απ’ τα νόημα της ζωής, που βρήκε εμάς να σπάσει πλάκα, που βρήκε εμάς να προσλάβει ως φαροφύλακες. Είναι βρόμικη δουλειά, αλλά κάποιος πρέπει να την κάνει.

Και θα την κάνουμε εμείς.

κείμενο: αλέξανδρος-κόγκας
φωτογραφίες: κωνσταντία-μαζαράκη
επιμέλεια: πωλίνα-ταϊγανίδου + τάσος-θώμογλου