Εγώ κι ο εαυτός μου: μονό στην Κυψέλη

Ξέρεις πότε συνειδητοποιείς ότι πέρασες στο επόμενο στάδιο κι έδωσες τη σκυτάλη;

Τι ζητάει ένας άνθρωπος; Δόξα, λεφτά, αγάπη, υγεία και παγκόσμια ειρήνη που λέγανε κάποτε οι μοντέλες στα καλλιστεία; Όχι. Η απάντηση είναι μία και τόσο κακομαθημένη όσο η ανικανοποίητη φύση του: Ο άνθρωπος θέλει απλά αυτό που του λείπει κάθε φορά. Όπως τότε που ήσουν παιδί, η μαμά σου είχε σκορπίσει όλα τα παιχνίδια στο πάτωμα να παίζεις για να το βουλώσεις, ερχόταν επίσκεψη η κυρα- Θοδώρα από δίπλα με τον Γιαννάκη για να παίξετε, η μαμά σου του ’δινε κι αυτουνού ένα μπλιμπλίκι να ‘χει ν’ ασχολείται κι εσύ από τα είκοσι παιχνίδια που είχες αραδιασμένα μπροστά σου ήθελες αυτό, το εικοστό πρώτο, αυτό που είχε ο Γιαννάκης.

Δε βγαίνει άκρη. Ήσουν μικρός, ανέμελος κι αυτό που ήθελες ήταν να γίνεις μεγάλος, να γευτείς τη χαρά της δύναμης, της ανεξαρτησίας και της εξουσίας του προγράμματός σου. Είσαι μεγάλος, αλλάξανε τα κόζια κι είσαι έτοιμος να χαρίσεις και την ψυχή σου στο διάολο για να ξαναγίνεις παιδί, με μόνο μέλημα πόσες φέτες με μερέντα θα καταφέρεις να φας, τι θα παίξουμε τώρα και ποιους θα βρούμε να πάμε στην αυλή του σχολείου μέχρι το απόλυτο σκοτάδι.

Ποτέ δεν καταλαβαίνεις τι έχεις μέχρι τη στιγμή που θα συνειδητοποιήσεις ότι το έχασες. Μεγάλωσε το καράβι με τα χρόνια, αυτό ονειρευόσουνα μικρός, μεγάλωσαν όμως κι οι φουρτούνες. Και κάπου εκεί αναπολείς τις μέρες που είχες το καΐκι, που έσκιζες τα νερά ατάραχος, χωρίς άγχος κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει. Τις μέρες που γράπωνες τη σπυριάρα, έδινες ραντεβού από το σταθερό με τους άλλους επίδοξους NBAερς και δε γυρνούσες σπίτι αν δεν είχες γίνει μούσκεμα και δεν είχες στεγνώσει πάνω σου τουλάχιστον μία φορά. Έτσι κέρδιζες το σεβασμό και την αυτοεκτίμηση. Στην Κυψέλη, στην Εληά, στο 6ο, στα εβραίικα… έτσι, παντού.

Ξέρεις πότε συνειδητοποιείς ότι πέρασες στο επόμενο στάδιο κι έδωσες τη σκυτάλη; Όταν περπατάς με βήμα γοργό στους δρόμους της αποστολικής μας ροδακινούπολης, πηγαίνεις στη δουλειά με μόνη σκέψη σου αν θα πάρεις λεφτά ή μια υπόσχεση ότι θα τα πάρεις και ξαφνικά, μια εικόνα ταράζει το ήδη ταραγμένο σου μυαλό. Μια παρέα παιδιών παίζουν μπάσκετ στην αυλή ενός σχολείου… και φωνάζουν… και πωρώνονται. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, που τα απολαμβάνεις, που τα καμαρώνεις και που χαίρεσαι γιατί χρόνια μετά υπάρχουν παιδιά που το ζούνε ακόμα όπως ακριβώς το ζούσες κι εσύ, εκείνη τη στιγμή που αντιλαμβάνεσαι τον Παρατατικό που χρησιμοποίησες ως χρόνο στη φράση μέσα στο κεφάλι σου, έρχεσαι στα γράδα σου και συμφιλιώνεσαι με την ιδέα ότι οι δρόμοι δεν σου ανήκουν πια.

Τώρα το μυαλό σου έχει να επεξεργαστεί δύο κόσμους. Έναν πραγματικό κι έναν ιδεατό, έναν ρεαλιστικό κι έναν ιδανικό. Αυτόν που καθρεφτίζεται στα μάτια σου κι αυτόν που πλάθει η φαντασία σου. Γιατί δε γίνεται να μη βάλεις τον εαυτό σου μέσα στο παιχνίδι, γίνεται από μόνο του. Τα αξιολογείς, τα βλέπεις να πασάρουν, να κλέβουν, να βάζουν καλάθια στην ορφανή από διχτάκι στεφάνη κι αρχίζει ο μονόλογος: Ε, ρε και να ‘μουνα εκεί, θα σε πατούσα ένα φιστίκι που θα ’ταν όλο δικό σου. Αν ήμουν εγώ, θα το ’βαζα, εκεί ήταν «το σημείο μου». Θα σου ’κλεβα την μπάλα, που μου κάνεις κολπάκια και ποζεριλίκια. Δες τον μωρέ ατομίσταρε, που είναι τόση ώρα μόνος κάτω απ’ τη ρακέτα… κι άλλα τέτοια. Όχι από κακία, όχι από ξινίλα, αλλά από καθαρή ζήλια. Εδώ που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι… άστο, ας πούμε για σένα.

Μήπως όμως τελικά οι δρόμοι σού ανήκουν ακόμα; Ύπουλη σκέψη, δεν ξέρεις αν πρέπει να χαρείς ή να λυπηθείς. Όλο και λιγότερα παιδιά βλέπεις στις αυλές και τις αλάνες, όλο και λιγότερα ποδήλατα οργώνουν την άσφαλτο. Να λυπηθείς γιατί οι νεότερες γενιές δεν έμαθαν να χαίρονται την πόλη ή να φουσκώσεις με καμάρι σαν παγώνι που οι δικές σου «σειρές» κρατάνε ακόμα και δε λένε να απογαλακτιστούν απ’ το παιχνίδι; Παρέες #*%@!άρηδων ξεχαρβαλώνουν ακόμα τις μπασκέτες της Βέροιας από γειτονιά σε γειτονιά. Ίσως όχι πια τόσο ανέμελα, αλλά το ίδιο εκτονωτικά. Κι όχι αν τύχει. Τακτικά! Οργανωμένα! Ακόμα και με διαδικτυακά γκρουπάκια συνεννόησης.

Τι κι αν το πουκάμισο πήρε τη θέση της φανέλας του Τζόρνταν, του Πίπεν και του Μπάρκλεϋ; Τι κι αν εκεί στον καρπό του χεριού, που κάποτε έμπαινε το περικάρπιο της ομάδας, έχει μπει τώρα ρολόι μπρασελέ; Τι κι αν τα άλλοτε γδαρμένα γόνατα κρύβονται σήμερα από τζιν και υφασμάτινα παντελόνια;

Η όρεξη δεν έχει ηλικία.

κείμενο: μιχάλης-χασιώτης
φωτογραφίες: τάσος-θώμογλου
μοντέλα: αλέξανδρος-κόγκας + ιάκωβος-καγκελίδης + μιχάλης-χασιώτης
επιμέλεια: πωλίνα-ταϊγανίδου

Μήπως όμως τελικά οι δρόμοι σού ανήκουν ακόμα;