ΟΥΚ απελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο

Καζάνι, μπριζόλα και τα πάντα όλα!

Everyone knows about it
From the Queen of England to the hounds of hell

Απ’ τη ζωή στο θάνατο είν’ ένα μονοπάτι κι απ’ τη ρουτίνα στη ζωή … δυο τσίπουρα και κάτι! Αν το ήξερε ο θεός Διόνυσος θα έχυνε το νέκταρ. Κι αν ο Μποντλαίρ το’ χε γευτεί, θα έβαζε τ’ αψέντι του μόνο για παπί τουαλέτας. Τσίπουρο!!! Αν δεις στο διάβα σου μοναχό, δώστου δυο φιλιά σταυρωτά, ένα για κάθε δώρο στην ανθρωπότητα. Πρώτα για το ουίσκι, στην απόσταξη του οποίου τα εκχριστιανικά μοναστικά τάγματα μύησαν τους Ιρλανδούς αιώνες πριν και δεύτερα για το τσίπουρο, του οποίου η πρώτη παραγωγή στην Μπανανία μας σημειώνεται στο Άγιο Όρος το 16ο αιώνα.

Όποιος το κατατάσσει στα ποτά, ας κάνει καμιά βόλτα. Το τσίπουρο είναι φάρμακο ψυχής, είναι προσάναμμα καρδιάς. Είναι η πεμπτουσία της ανθρώπινης σχέσης, γιατί ζητάει λίγα και δίνει πίσω πολλά. Ζητάει μόνο ένα στιγμιαίο κάψιμο ηδονής του ουρανίσκου, για να κάψει μαζί του έγνοιες, ντέρτια, καημούς και άγχη, πλήξη, μαλώματα και κέρατα. Κι από τις στάχτες τους να βγάλει γέλιο, ευτυχία, αυθορμητισμό και μουσική. Μια μικρή λίμνη αθανασίας κλεισμένη σε λίγο γυαλί. Ώρες ώρες αναρωτιέμαι πού βούτηξε η μάνα του τον Αχιλλέα. Όποιος δεν πίνει τσίπουρο δεν είναι καλός άνθρωπος κι όποιος το πίνει και δεν ξέρει τίποτα γι’ αυτό, είναι σα να’ χει σοβαρή σχέση και το μόνο που τον νοιάζει είναι το πουλάκι τσίου.

Αν το τσίπουρο είναι η μεταλαβιά εκτός ναού, τότε το καζάνι είναι η Αγία Τράπεζά του. Εκεί που ευλογείται, έτοιμο να εξαγνίσει τους πιστούς μέσα απ’ το Ιερό Καραφακοπότηρο. Το καζάνι είναι η μητρόπολη που χτυπάει κάθε τέτοια εποχή στην περιοχή μας τις καμπάνες της παράδοσης. Εκεί που το σταφύλι γίνεται μούστος κι ο μούστος αγιασμός. Είναι country bar! Εκεί που ο καζανιέρης μετράει τους βαθμούς, δυο πρέζες γλυκάνισο και μία αρωματικές ουσίες, βράσιμο, “Shaken not stirred” που θα’ λεγε κι ο Τζέιμς και το κοκτέιλ του λαού είναι έτοιμο. Ποτέ ξεροσφύρι όμως. Η μυσταγωγία του βρασίματος αρχίζει αλλά δεν τελειώνει στο χάλκινο καζάνι. Κοψίδια τρυφερά και μαριναρισμένα από το χασάπη, μεζέδες εκλεκτοί και σπιτικοί, σαλατικό αντιστουμπωτικό και βεργιώτικος φασουλονταβάς απαραιτήτως βάζουν τρικλοποδιές στο τσίπουρο μέσα στο στόμα. Σ’ ένα παραδοσιακό τραπεζάκι δίπλα στη φωτιά που θερμαίνει το καζάνι, το χώρο και τη διάθεση, υπό τους ήχους ζωντανής ή στέρεο πενιάς. Απ’ το πρωί μέχρι το γρήγορο φθινοπωρινό έρεβος.

Κάποιοι το θολώνουν με νερό, κάποιοι άλλοι απλά θολώνουν γλυκά το μυαλό τους. Το σίγουρο είναι ένα: Ο Πάολο Κοέλιο μπορεί να νιώθει περήφανος για τους αλχημιστές των καζανιών, γιατί τη βρήκαν τη φιλοσοφική τους λίθο. Και κοντά σ’ αυτούς κι εμείς.

κείμενο: μιχάλης-χασιώτης
φωτογραφίες: γιάννης-ζιώρης
επιμέλεια: πωλίνα-ταϊγανίδου + ιάκωβος-καγκελίδης

“Shaken not stirred”