Βέροια, 77 χρόνια μετά...

Μια μουσική συνάντηση, γεμάτη αναμνήσεις

Μερτσάν, ένα μικρό χωριό στην περιοχή Κουμπάν της Ρωσίας.
20/3/1938, βράδυ.

Τρεις οπλισμένοι άνθρωποι της Γκε-Πε-Ου χτύπησαν την πόρτα και ζήτησαν τον Γιάνκο. Μέσα στο σπίτι επικρατούσε φόβος. Στο δωμάτιο εκείνη τη στιγμή βρισκόταν η Ευτυχία με τον μικρό Παύλο και την πεθερά της. Όταν ο επικεφαλής του ζήτησε να πάρει μερικά ρούχα και να τον ακολουθήσει, ο έως τότε δυναμικός Γιάνκος έδειξε να φοβάται. Ένιωσε πως ίσως έβλεπε τους δικούς του για τελευταία φορά. Άλλωστε, φημολογούνταν πως όποιος συλλαμβάνονταν δεν γυρνούσε ποτέ…

Στη αυλή είχαν μαζευτεί ο Ισαάκ και τα υπόλοιπα αδέλφια του. Τον ξεπροβόδισαν μέχρι την εξώπορτα και τότε τους διέταξαν να γυρίσουν πίσω. Από εκείνο το βράδυ και για έντεκα μήνες δεν μπόρεσαν να μάθουν τίποτε γι’ αυτόν.

Το ίδιο βράδυ συλλαμβάνουν άλλους 13 άνδρες του χωριού. Μεταξύ αυτών είναι και τα αδέλφια Καΐσεβ Αλέξανδρος και Νικόλαος.

Ο Καΐσεβ Αλέξανδρος πέθανε στη φυλακή στις 20/1/1939, ο Καΐσεβ Νικόλαος εκτελέστηκε στις 4/11/1938 και ο Απλακίδης Ιωάννης αφέθηκε ελεύθερος στις 17/12/1938.

Δεκέμβριος 2015, Βέροια
77 χρόνια μετά...

Ο Χριστόφορος, γιος του Ιωάννη Απλακίδη, και ο Βιτάλιος Καϊσίδης δισέγγονος των αδελφών Αλέξανδρου και Νικόλαου Καΐσεβ, συναντιούνται στη Βέροια για να τραγουδήσουν μαζί ένα παραδοσιακό τραγούδι από το Μερτσάν που αφορά στις σταλινικές διώξεις.

Το τραγούδι αποτελεί συρραφή πολλών τετράστιχων που τραγουδιόταν στο Μερτσάν και διασώθηκαν από τον Καϊσίδη Βιτάλιο στο βιβλίο του «ΠΟΝΤΟΚΑΥΚΑΣΟΣ», εκδ. Σταμούλη. Περιλαμβάνει επίσης και δύο τετράστιχα που κατέγραψε ο Απλακίδης Α. Ιωάννης, εγγονός του Απλακίδη Χ. Ιωάννη. Τα τετράστιχα αυτά του τα τραγούδησαν η Ευτυχία Απλακίδου, σύζυγος του Απλακίδη Ιωάννη και η αδελφή της Αλέκα (Αλεξάνδρα) Φωστηροπούλου. Ακόμα και τότε, όταν τα ψιθύριζαν σε ένα μικρό κουζινάκι, ο φόβος αντικατοπτριζόταν στα μάτια τους…

«Γι’άμ κάπου πας λέσατα…» Αναφέρονται στις διώξεις, τις φυλακίσεις και τις εκτελέσεις των Ελλήνων κατά την περίοδο των σταλινικών διώξεων των ετών 1937-38. Στο χωριό αυτό δεν υπήρχε οικογένεια που να μην έχει ένα τουλάχιστον θύμα αυτή την περίοδο. Πολλά από τα τετράστιχα ήταν εμπνεύσεις της στιγμής, αντανακλαστικές εκφράσεις πόνου. Ο σκοπός του ανήκει στα «τραπεζί γαϊτάδες» δηλαδή στους επιτραπέζιους σκοπούς. Μάλλον προέρχεται από σκοπούς των ορεινών περιοχών του ανατολικού Πόντου, της ευρύτερης περιοχής της Τραπεζούντας και ιδιαίτερα της περιοχής της Ματσούκας. Παιζόταν στο τέλος κάποιων κοινωνικών εκδηλώσεων σε πολύ μικρό κύκλο. Είναι πολύ πιθανό πολλά από τα τετράστιχα να έχουν γραφεί μέσα στη φυλακή μιας και πολλοί από τους διάσημους λυράρηδες της περιοχής φυλακίστηκαν. Τα τραγούδια άρχισαν να παίζονται φανερά μετά το 1956.

Σα σίλια εννιακόσια και τριάντα οχτών-ι
επήρανε τον αδελφό μ’κ’επέμνα μαναχόν-ι
(το 1938 πήρανε τον αδελφό μου κει έμεινα μοναχός)

Επήρανε τον αδελφό μ’ με το αυτομομπόλι
κ’ ’α πάν’ ατόν ‘σ σην φυλακήν , λαίζω το μαντίλι
(Πήρανε τον αδελφό μου με το αυτοκίνητο και
θα τον πάνε στη φυλακή , κουνώ το μαντήλι)

Επήρανε τον πατερά μ’ , είχα τον αδελφόν-ι μ’
επήραν και τον αδελφό μ’ κ’ επέμνα μαναχόν-ι
(Πήραν τον πατέρα μου , είχα τον αδελφό μου
Πήρανε και τον αδελφό μου και έμεινα μόνος)

Ελάτε ας αχπάσκουμες σην φύλακήν ας πάμε
ας παρακαλούμ τοι τρανείς τα’ανοιγάρια να χάν’νε
(Ελάτε ας ξεκινήσουμε να πάμε στη φυλακή να παρακαλέσουμε
τους διοικούντες να καταστρέψουν τα κλειδιά)

Ση φυλακής τ’ εξώπορτον κρεμάγουνταν κλειδία
εκεί καθούντανε οι γερ’ και τα νέικα παιδία
(Στην εξώπορτα της φυλακής είναι κρεμασμένα τα κλειδιά
εκεί μέσα κάθονται οι γέροι και τα νέα παιδιά)

Ση φυλακής τ’ εξώπορτον κρεμάγουνταν κλειδία
ανοίξτε και τερέστ’ ατά όλα νέικα παιδία
(Στην εξώπορτα της φυλακής είναι κρεμασμένα τα κλειδιά
ανοίξτε και κοιτάξτε τους όλοι νέα παιδιά)

Ση φυλακήν εσέγκανε και κλείδωσαν την πόρτα
τρία ημέρας κ’ ένοιξαν νερόν κανά κ’ εδόκαν
(Στη φυλακή μας έβαλα και κλείδωσαν την πόρτα
τρεις μέρες δεν την άνοιξαν νερό δεν έδωσαν σε κανένα)

Το δίνε μας και το φαί’ν κι τρών ‘ατό σκυλία
α’ πουθενά το έλεος και η παρηγορία
(Το φαγητό που μας δίνουν δεν το τρών ούτε τα σκυλιά
από πουθενά δεν υπάρχει έλεος και παρηγοριά)

Σαλάκ εσελεκίασα ναϊλλοί που θα φορτούται
άνδρα πη εχ’ ‘ς σην φυλακήν ας πάει ρουζ’ και σκοτούται
(Δέμα με ξύλα δεμάτιασα αλίμονο σε αυτόν που θα το φορτωθεί
όποιος έχει άνδρα στη φυλακή ας σκοτωθεί – αυτοκτονήσει)

‘Σην φυλακή μου βάλανε σο νούμερο το τρία
εμέν εκαταδίκασαν χωρίς καμία αιτία
(Στη φυλακή με βάλανε στο (κελί) νούμερο τρία
εμένα καταδίκασαν χωρίς καμιά αιτία)

Αδά σ’ οσπίτ’ που έρθαμε μερ κ’ είσεν οικοκύρη
ατόνα ετσουρούκεψαν απές ‘σ σην φυλακήν-ι
(Εδώ στο σπίτι που ήρθαμε μήπως δεν είχε νοικοκύρη
αυτόν τον σάπισαν μέσα στη φυλακή)

Αϊλί και βάι σ’εσέν Μερσάν και’ς σο χαλ’ντο ερούξες
ετργώδνες και σύριζες κ’ ατώρα πα εκλούξες
(Αλίμονο σε σένα Μερτσάν και στο χάλι που έχεις βρεθεί
κάποτε τραγουδούσες και σφύριζες και τώρα μόνο λόξυγκα παράγεις)

κείμενο: ιωάννης-απλακίδης
φωτογραφίες: ιωάννης-ζιώρης
επιμέλεια: αλέξανδρος-κόγκας + τάσος-θώμογλου

Summer in the city

"Το καλοκαίρι στην πόλη είναι για τους μερακλήδες."