Από τη Ραχιά στη Χώρα των Θαυμάτων

... ένα πικνίκ δρόμος!

Φέτος στα γενέθλιά μου ήθελα να αφήσω κατά μέρους τα τετριμμένα – ποτό, καφέ ή ταβερνάκι και τα συναφή με φίλους - και να κάνω κάτι διαφορετικό, κάτι που θα ευχαριστούσε και εμένα και την κομπανία μου. Τυχερό το κορίτσι του Μάη – ναι, γεννήθηκα τον πιο όμορφο μήνα του χρόνου, μη ζηλεύεις– μιας και ο καιρός είχε ήδη φτιάξει εκεί γύρω στις 10 Μαΐου, οπότε και δεν υπήρχαν περιοριστικοί όροι· κοινώς, μπορούσα να κάνω ό,τι ήθελα, μέχρι και υποβρύχιο πάρτι στην πισίνα του Αιγεόπολις (μα καλά, δεν το ξέρεις;) Εν πάση περιπτώσει, τα έβαλα κάτω και αποφάσισα ότι θα ήταν έξοχη ιδέα να γιορτάσω τα γενέθλιά μου στην εξοχή μιας και ο Μάης το θέλει το γλέντι του, το λουλούδι του, τη ρέκλα του. Και ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να έρθεις πιο κοντά στη φύση; Μα το πικνίκ φυσικά, σκέφτηκα, και εγένετο πραγματικότητα. Κι όλοι περάσανε καλά, κι εγώ καλύτερα.

Αν κάτι χαρακτηρίζει τον Έλληνα, είναι σίγουρα η άσβεστη επιθυμία του να κυκλοφορεί έξω και να παρτάρει συνεχώς. Είναι λες και το σπίτι μας έχει απωθητικό και δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε αν δεν πιούμε τη φραπεδιά ή το ποτάκι μας έξω 8 φορές την εβδομάδα – η μία είναι δώρο. Οι καφετέριες το γνωρίζουν, τα μπαράκια το γνωρίζουν, τα μπουζούκια το γνωρίζουν και γι' αυτό μας κάνουν τη χάρη να μένουν ανοιχτά μέχρι πρωίας, προκειμένου να μπορέσουμε να ξοδέψουμε και τα εκατομμύρια που διαθέτουμε, αμέ. Με άλλα λόγια, όλα λειτουργούν υπέρ μας. Έλα όμως που με τον ερχομό της άνοιξης και εν συνεχεία του καλοκαιριού, ο Έλληνας δε θέλει να κλείνεται μέσα στους τέσσερις τοίχους του καφέ-μπαρ και, ως εκ τούτου, αρχίζει τα γνωστά τοις πάσι ψηστήρια. Στην ελληνική γλώσσα, ψηστήρι είναι ο ολόδικός μας τρόπος να αναφερθούμε στο ξενόφερτο μπάρμπεκιου. Ξέρεις, καλείς φίλους στο μπαλκόνι του σπιτιού ή στον κήπο αν είσαι από τους τυχερούς, βάζεις τα κάρβουνα στην ψησταριά, τοποθετείς τα κρέατα πάνω στη σχάρα και περιμένεις όλο ανυπομονησία να γευτείς τους καρπούς των «κόπων» σου μέσα σε ελάχιστο χρόνο.

Οπαδός, λοιπόν, του ξενόφερτου ο Έλληνας, αλλά το πικνίκ δεν το έχει αγκαλιάσει ακόμα. Ίσως φταίει το ότι δε βρήκαμε ακόμα μία λέξη που να αντιστοιχεί στην εν λόγω δραστηριότητα, καθότι το ψηστήρι ήταν μεγάλη επιτυχία το δίχως άλλο. Ίσως φταίει που είμαστε και λίγο τεμπέληδες και βαριόμαστε την όλη διαδικασία. Ποιος ετοιμάζει φαγητά τώρα και ποιος κάθεται οκλαδόν κατάχαμα -μόνο ο Βαρουφάκης τα κάνει αυτά- και ποιος πλένει μετά τόσα πιάτα και ποιος μαζεύει στο τέλος τα σκουπίδια και άλλα τέτοια χαριτωμένα που –ας το παραδεχτούμε– μας σκιαγραφούν επιτυχώς. Θέλουμε το τραπέζι μας και την καρέκλα μας, θέλουμε το μαχαιροπίρουνό μας, μας ξενίζει αυτό το χυμαδιό που όλως περιέργως επιζητάμε σε άλλες πτυχές της ζωής μας. Φύσει αντιδραστικοί, τι να κάνουμε…

Εντούτοις, το πικνίκ ούτε κουραστικό είναι ούτε δύσκολο στην οργάνωσή του. Αρκεί λίγη καλή θέληση, ένα όμορφο μέρος με δέντρα που σου προσφέρουν σκιά σε περίπτωση που ο ήλιος σε τυφλώνει και φυσικά καλή παρέα, η οποία μπορεί να είναι ένα ή και περισσότερα άτομα. Το βολικό με το πικνίκ είναι ότι μπορεί να αφορά ό, τι θελήσεις: πρωινό, brunch, μεσημεριανό, ακόμα και βραδινό με συντροφιά τη θαλπωρή μιας φωτιάς. Ευελιξία επικρατεί και στα φαγώσιμα που θα ετοιμάσεις. Θέλεις σάντουιτς, τοστ, κεκάκια, μπισκότα, σαλάτες, φρούτα; Θέλεις να προχωρήσεις το όλο θέμα ένα βήμα παραπέρα και να φέρεις ταπεράκια με φαγητό; Είσαι ελεύθερος να κάνεις ό, τι τραβάει η ψυχή σου, λογαριασμό δε θα δώσεις και, εδώ που τα λέμε, ούτε θα ζητήσεις να σου φέρουν. Το πικνίκ είναι μία οικονομική και ευχάριστη λύση για μία μικρή εξόρμηση με φίλους σε ένα ειδυλλιακό τοπίο, όπου θα χαλαρώσεις και θα αφήσεις τις σκοτούρες πίσω σου, έστω και για λίγο. Πόσο νομίζεις άλλωστε κράτησε το πικνίκ της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων; Όσο χρειαζόταν, είναι η απάντηση, μιας και μετά ξύπνησε.

Θα στρώσεις κάτω τα κιλίμια σου ή ένα μεγάλο σεντόνι σε περίπτωση που δε διαθέτεις τραπεζομάντηλο, θα αραδιάσεις πάνω τα τρόφιμα και τα ποτά που έχει συλλέξει η παρέα και θα θρονιαστείτε τριγύρω έτοιμοι για νέες περιπέτειες και γευστικά ταξίδια. Και αν πλέον τόσο βαριέστε να πλένετε στο τέλος, τα πλαστικά πιάτα και μαχαιροπίρουνα αποτελούν μεγάλη εφεύρεση. Βασική προϋπόθεση όμως είναι να μην αφήσεις σκουπίδια πίσω σου και να σέβεσαι τους γύρω σου σε περίπτωση που υπάρχουν κι άλλοι οπαδοί του αθλήματος στη γύρω περιοχή.

Το πικνίκ σε φέρνει πιο κοντά στη φύση και σε αποδεσμεύει από τυπικότητες και περιττές επισημότητες. Έχεις κάθε δικαίωμα να φας με τα χέρια και να μην παρεξηγηθείς, να ξαπλώσεις και να διαβάσεις το βιβλίο σου, να βάλεις μουσική στο κινητό ή στο αυτοκίνητό σου ή ακόμα και να παίξεις ο ίδιος μουσική. Παρεΐστικες καταστάσεις που σίγουρα θυμίζουν κατά πολύ τον τρόπο που μαζεύονταν παλιότερα οι άνθρωποι και δειπνούσαν ή γλεντούσαν. Αργότερα το άτομο άρχισε να αδημονεί να φτάσει ψηλά και άρχισε να σηκώνεται σταδιακά από το έδαφος, στην αρχή χρησιμοποιώντας καρέκλες και τραπέζια και στη συνέχεια με άλλα μέσα. Παρ’όλα αυτά, η επιστροφή στη φύση είναι μια μαγευτική διαδικασία όπως υποστηρίζει το τολμηρό άσμα με τον γνωστό πλέον ροκά. Ίσως, μάλιστα, θα έπρεπε να γίνεται πιο συχνά μιας και μέρη που ενδείκνυνται κοντά στην πόλη μας υπάρχουν. Ραχιά, Άγιος Νικόλαος, Σέλι, Ξηρολίβαδο. Και αν ποτέ σας κοιτάξουν με μισό μάτι, μη διστάσετε. «We're all mad here» πείτε. Κάτι ήξερε ο γάτος στη Χώρα των Θαυμάτων και δε θυμάμαι να κακοπέρασε.

κείμενο: ελευθερία-χαρά-ζέρβα
φωτογραφίες: δέσποινα-φάκα
επιμέλεια: πωλίνα-ταϊγανίδου + ιάκωβος-καγκελίδης

Οπαδός, λοιπόν, του ξενόφερτου ο Έλληνας,
αλλά το πικνίκ δεν το έχει αγκαλιάσει ακόμα.