Νύχτες με όνομα και σκοπό…

Πάνος Κατσιμίχας και Κίτρινα Ποδήλατα στο Άλσος

Είμαστε στα μισά του Σεπτέμβρη, πάντοτε στη μικρή, αποστολική μας πόλη. Βραδιάζει. Κάπου κάποιος ρίχνει ένα τελευταίο στοίχημα: Λέστερ καρφί διπλό, Σίτι άσος από ημίχρονο. Κάποιος άλλος παραγγέλνει μια μπυρίτσα, χαλβαδιάζει τα κορίτσια που περνάνε και κάνει όνειρα για το ερχόμενο καλοκαίρι, να μπορέσει να κάνει όσα δεν κατάφερε το φετινό.

Την ίδια ακριβώς ώρα, στο θέατρο Άλσους ο ήχος και τα φώτα είναι τσεκαρισμένα και ο κόσμος που δεν έχει αποφασίσει να εγκαταλείψει τόσο εύκολα το καλοκαίρι του 2016 ψάχνει ήδη το καλύτερο σημείο του θεάτρου για να απολαύσει μια συναυλία που εκ του αποτελέσματος αποδείχθηκε πολύ βαριά για να τη σηκώσουν όλοι. Ο Πάνος Κατσιμίχας και τα Κίτρινα Ποδήλατα έβαλαν στο χάρτη της καλοκαιρινής τους περιοδείας μια ακόμα πινέζα, το κεφάλι της οποίας σκέπαζε από άκρη ως άκρη το μικρό όνομα της ακόμα μικρότερης πόλης μας.

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου, και λίγο μετά τις εννέα και μισή ο Αλέξανδρος Παντελιάς πέρασε στο λαιμό του την κιθάρα του και ο αδερφός του, ο Γιώργος μάς υποδέχτηκε από μικροφώνου, σεμνά, μετρημένα και καλόκαρδα. Δυο νοικοκύρηδες που ανοίγουν την πόρτα τους σε ξένους ανθρώπους και τους κάνουν στο λεπτό να νιώθουν σαν στο σπίτι τους. Μέχρι που το σπίτι μας άρχισε να δονείται συθέμελα στον ηλεκτρισμένο ήχο τους, μέχρι που τα πόδια μας άρχισαν να κουνιούνται αυθόρμητα σε ρυθμούς γνώριμους, σε μελωδίες που φιλοξενούν στίχους πολιτικοποιημένους, ευαίσθητους, φρέσκους και ταυτόχρονα -για κάποιον περίεργο λόγο- απαραίτητους σε όλους. Ενέργεια έφηβου Σέρπα, σπάνια επαφή με τον κόσμο και κυρίως ευδιάκριτος σεβασμός τόσο απέναντι σε όλους εμάς όσο και απέναντι στην ίδια τη μουσική τους.

Και μια που μιλάμε για σεβασμό, ας πάμε και στον Πάνο Κατσιμίχα. Έναν καλλιτέχνη που πήρε από το χεράκι πολλούς από εμάς, μας πήγε από το σχολείο στη σχολή κι από εκεί στη πραγματική ζωή. Ένας θρύλος της ελληνικής ροκ, ένας διακριτικός πιονέρος που αιφνιδίασε πολλούς από εμάς με το χιούμορ του και τη διάθεση που έδειξε να μας οδηγήσει σε ένα σύντομο ταξίδι στη σύγχρονη ιστορία της ελληνικής μουσικής.

Δε θα αναφερθώ σε ρεπερτόρια και τα λοιπά… αυτά ας μείνουν μόνο σε όλους όσοι βρέθηκαν την Τετάρτη στο Άλσος. Θα αναφερθώ μόνο σε ένα ιδιαίτερο στοιχείο αυτής της εξαιρετικής συνεργασίας που παρακολουθήσαμε που –όσο κι αν ακουστεί ηλίθιο- μου θύμισε λίγο την παράταιρη φαινομενικά, αλλά διαχρονικά αποτελεσματική συνύπαρξη καρότου-μπιζελιού. Όσο περνούσε η ώρα λοιπόν, ο Γιώργος έδινε σάρκα από τη σάρκα του, όχι σαν Τζίζους, αλλά σίγουρα ως σουπερστάρ. Ήταν όμως ιδιαίτερος ο τρόπος, ξεχωριστό το πάθος με το οποίο ερμήνευε τα τραγούδια των Κατσιμιχαίων. Ήταν μια αποκάλυψη, η στιγμή της αλήθειας, η στιγμή που λες πως όλα όσα δήλωναν περί σεβασμού, χαράς για τη συνεργασία με τον Πάνο κτλ ήταν πέρα ως πέρα γνήσια. Σαν να απήγγειλε την Οδύσσεια από το άγιο πρωτότυπο ή σαν τον ιερέα που Μεγαλοπέμπτη ανεβαίνει στον άμβωνα για το 12ο Ευαγγέλιο.

Το ίδιο γνήσια ήταν και η εκτίμηση που έδειχνε καθ’ όλη τη διάρκεια της χορταστικής συναυλίας ο Πάνος Κατσιμίχας στα αδέρφια Παντελιά.

ΥΓ. Το ποτήρι μπορείς να το βλέπεις είτε μισογεμάτο είτε μισοάδειο. Μισογεμάτο θέατρο δε νοείται. Τους συντρόφους φασουλονταβάδες λοιπόν, που τους έπεφτε βαριά μια εξαιρετική συναυλία Σεπτεμβριάτικα, θα τους ανταμώσω –πρώτα ο Πανάγαθος- στα κουλτουράδικα και τα κωλόμπαρα του χειμώνα και περιμένω όπως πάντα να μου μιλήσουν περί πολιτισμού στην επαρχία, περί ευκαιριών, περί διεξόδων… πούτσες που λέει κι ο Πάνος.

ΥΓ2. Το μοναδικό λαθροζευγαράκι που παρακολουθούσε τη συναυλία στην πίσω καβάτζα το αγάπησα λίγο περισσότερο…

ΥΓ3. Πρώτο μπόι δεν τον λες. Αλλά όταν ο Πάνος τραγούδησε το «Νύχτες χωρίς όνομα» και ο εξαιρετικός φωτισμός τον ακολουθούσε, η σκιά του απλώθηκε στη σκηνή και σκέπασε τις πρώτες σειρές. Εκεί κάπου λες πως στο σκοτάδι ίσως η αλήθεια να φαίνεται καλύτερα.

κείμενο: αλέξανδρος-κόγκας
φωτογραφίες: γιάννης-ζιώρης + ρούλα-θώμογλου
επιμέλεια: ιάκωβος-καγκελίδης + πωλίνα-ταϊγανίδου

Νύχτες με όνομα και σκοπό…

«μέχρι που τα πόδια μας άρχισαν να κουνιούνται αυθόρμητα σε ρυθμούς γνώριμους»