Αναβίωση του έθιμου 'Οι Καπεταναίοι'

...από το Σύλλογο Βλάχων Βέροιας

Από τότε που το ανθρώπινο μυαλό άρχισε να στροφάρει λίγο παραπάνω από το πώς θα ξύσει την πέτρα για να βγάλει φωτιά, το πρώτο πράγμα που αναρωτήθηκε είναι το πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος. Σαν πρώτη σπαζοκεφαλιά, λοιπόν, της ανήκει δικαιωματικά το copyright κι έφτιαξε τη δική της κατηγορία, ένα κουτάκι χωρίς πάτο που μέσα μπαίνουν όλες οι αναπάντητες ερωτήσεις αυτού του τύπου. Ποιου τύπου; «Δεν ξέρω πού, πότε και πώς έγινε αυτό, αλλά δεν παύει να μ’ εντυπωσιάζει, να το εκτιμώ και να το γουστάρω».

Ε, σ’ αυτήν ακριβώς την κατηγορία μπαίνουν κι οι «ΚΑΠΕΤΑΝΑΙΟΙ», ένα αποκριάτικο έθιμο βγαλμένο μέσα από τα σπλάχνα της πόλης, με Π.Ο.Π. βεροιώτικη δηλαδή και πιο συγκεκριμένα, βλάχικη. Γιατί η Βέροια, μέσα στην ιστορία αιώνων της, είχε και καρναβάλι που έγραψε ιστορία. Και μέσα σ’ αυτό οι Καπεταναίοι (ή Καπεταναραίοι) μοιραία κάθε χρόνο κατείχαν τα σκήπτρα του ξεφαντώματος. Για να είμαστε δίκαιοι, όμως, και να μην κινδυνεύουμε να φάμε από το πουθενά κανέναν αφρό στα μούτρα, δεν ήταν μόνοι τους. Ήταν «οι Καπεταναίοι, οι Βοσκοπούλες και οι Μάγκες» η τριπλέτα της Βεροιώτικης Αποκριάς ή για να μιλήσουμε με όρους επίκαιρους, η τρόικα του βεροιώτικου γλεντιού. Αν δεν έδιναν αυτοί το πράσινο φως, μπαλνταφάν δεν είχε.

Ένα ξεσκόνισμα στις σελίδες της ιστορίας, μας λέει ότι το αποκριάτικο έθιμο των Καπεταναίων τελούνταν από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ακόμα, και κράτησε μέχρι την περίοδο του Μεσοπολέμου, όταν και έφτασε στο πικ του με τους Βεροιωτάδες και τους Βλάχους της Βέροιας και των γύρω ορεινών χωριών να το απογειώνουν με τα χορευτικά και τις θεατρικές αναπαραστάσεις τους.

Παρόλα αυτά, πρόκειται για ένα έθιμο που δεν το πιάνει το ραντάρ των ιστορικών και των λαογράφων. Γι’ αυτό κι έχει πάρει διαστάσεις θρύλου και μπαίνει σ’ αυτό ακριβώς το κουτάκι μαζί με όλα εκείνα που παρότι δεν ξέρουμε από πού κρατάει η σκούφια τους, η αξία τους παραμένει ανεκτίμητη. Κανείς δεν μπορεί με βεβαιότητα ν’ ανιχνεύσει τις ρίζες του, την ακριβή περίοδο που πρωτοεμφανίστηκε ή τον εμπνευστή του. Το παρήγορο βέβαια είναι –κι αυτό χάρη στην προφορική παράδοση από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά– ότι γνωρίζουμε πολύ καλά το manual, το know-how, το πρωτόκολλο προετοιμασίας σ’ ό,τι έχει να κάνει με την ενδυμασία, τη χορογραφία κι όλο το τελετουργικό. Χάρη, δε, στο Σύλλογο Βλάχων Βέροιας που αναβιώνει τα τελευταία χρόνια με εντυπωσιακό τρόπο ένα έθιμο που είχε αρχίσει να ξεθωριάζει μετά το 1940, η γνώση αυτή δεν μένει στα χαρτιά. Γίνεται βίωμα!

Μια ομάδα από τους καλύτερους χορευτές που θα συμμετείχαν, το λεγόμενο «μπουλούκι», μαζευόταν σε μια πρώτη αναγνωριστική συνάντηση και οι Βλάχοι έλεγαν τη φράση «τσε βασφουτσιέμ λα Παριάσινι; = τι θα κάνουμε τις Αποκριές;», η οποία έκτοτε έχει καθιερωθεί σαν μέρος του τελετουργικού, κάτι σαν τη σφυρίχτρα του διαιτητή πριν απ’ τη σέντρα.

Οι προετοιμασίες ξεκινούσαν από πολύ νωρίς. Πρώτη δουλειά ήταν οι φορεσιές. Κι άντε, για τους Καπεταναίους και τους Μάγκες τα πράγματα ήταν πιο απλά. Οι Βοσκοπούλες, όμως, ήταν πιο μπελαλίδικη υπόθεση. Ο λόγος; Ένας κι απλός. Το αποκριάτικο αυτό έθιμο ήταν καθαρά αντρική υπόθεση, μόνο άντρες συμμετέχουν. Πού να βρεθούν παραδοσιακές γυναικείες φορεσιές σε μέγεθος κρεμανταλά; Κάπου εκεί έμπαιναν τα θηλυκά, τα οποία παρότι έμεναν σε ρόλο δεύτερου βιολιού, έσωζαν την παρτίδα. Τα πρώτα χρόνια, λοιπόν, οι γυναίκες της οικογένειας των χορευτών μαζεύονταν στα σπίτια κι έραβαν τις χρυσοκέντητες στολές στο χέρι. Αργότερα βέβαια, όσοι είχαν πλήρη την γκαρνταρόμπα τους έμεναν ήσυχοι. Οι υπόλοιποι όργωναν τους μαχαλάδες κι από πόρτα σε πόρτα, από ρόπτρο σε ρόπτρο, δανείζονταν φορεσιές κι ασημικά από τους παλιότερους χορευτές, απ’ το συγγενολόι τους κι όσους εν πάση περιπτώσει μπορούσαν να διαθέσουν κάτι.

Το dress-code ήταν κλεφταρματολίτικο, σαν ένας φόρος τιμής στην Κλεφτουριά που έδρασε επί Τουρκοκρατίας, και κάθε άλλο παρά απλή υπόθεση ήταν. Μια γρήγορη ματιά στις ονομασίες των αξεσουάρ της εποχής εκπέμπει απαράμιλλη γοητεία. Οι Καπεταναίοι, πέρα από τα τσαρούχια και τις φουστανέλες, είχαν και μπινιβρέκια (ανδρικά εσώρουχα), σκουφούνια και μπέτσφες (κάλτσες), κοντέλες (πουκάμισα με φαρδιά μανίκια) και κατασάρκου (εσωτερικές φανέλες, ρούπια (κέρματα ραμμένα στο στήθος), πισλιά ή τσαμαντάνια (γιλέκα από βελούδο ή μαλλί), βουδέτες (υφασμάτινες ταινίες που κρατούσαν τις κάλτσες). Χώρια η μεγάλη ποικιλία από μαντήλες και μοναδικά χειροποίητα κοσμήματα για τις Βοσκοπούλες. Χώρια οι Μάγκες που είχαν τη δική τους, Αρβανίτικη ενδυμασία. Πουκάμισα, γιλέκα, καπέλα, όλα μαύρα, ακόμα και ψεύτικα μαύρα μακρυά μαλλιά για να είναι αγριωποί, ζωσμένοι με φισεκλίκια και πιστόλια. Μάλιστα, μέχρι τις αρχές του περασμένου αιώνα οι Καπεταναίοι φορούσαν και μάσκες που κάλυπταν όλο το πρόσωπο, παρόμοιες μ’ αυτές που έχουν οι «Μπούλες» στη Νάουσα, όμως μετά την απελευθέρωση της Βέροιας το 1912 έπαψαν να τις φοράνε.

Και φτάνουμε στο σημείο μηδέν, την Κυριακή της Αποκριάς. Μετά το σχόλασμα της εκκλησίας, τα μπουλούκια συναντιόντουσαν στην Πλατεία Ωρολογίου και παρότι ούτε η πλατεία είχε ρολόι ούτε οι καρποί τους, όλοι ήταν «Εγγλέζοι» στο ραντεβού τους. Ο αρχηγός του μπουλουκιού έδινε το έναυσμα κι άρχιζαν το χορό, τα πρώτα χρόνια υπό τους ήχους των ζουρνάδων κι αργότερα των ντόπιων χάλκινων (κυρίως τρομπέτες, κλαρίνα και τρομπόνια).

Κάθε μέλος, μάλιστα, είχε το δικό του χορευτικό σόλο με φιγούρες αυτοσχέδιες, σχεδόν ακροβατικές, που ξεσήκωναν το πλήθος. Και κάπως έτσι έπαιρναν με τη σειρά όλους τους μαχαλάδες ξεκινώντας απ’ την «παλιά Κεντρικής». Έμπαιναν στα σπίτια κι έβαζαν τους νοικοκυραίους να χορεύουν μαζί τους. Τα κορίτσια του κάθε σπιτιού έβγαζαν κεράσματα, ενώ παράλληλα, ένας άντρας είχε τον άχαρο ρόλο της «Κοκόνας». Ντυμένος γυναικεία, άλλοτε ως Βοσκοπούλα κι άλλοτε με στυλ ευρωπαϊκό, περνούσε κάτω απ’ όλα τα παράθυρα και τα μπαλκόνια και με μια ομπρέλα γυρισμένη ανάποδα μάζευε όσα νομίσματα πετούσαν οι γείτονες για το καλό.

Αυτά βέβαια ίσχυαν για όλους εκτός από τους Μάγκες (γιατί μάγκες είναι αυτοί). Τι ρόλο είχαν οι Μάγκες; Κάτι σαν μαέστροι σαδιστές. Ήταν συνήθως δύο. Ένας πήγαινε στην αρχή του μπουλουκιού κι ένας στο τέλος και κρατώντας ένα καμτσίκι στο χέρι είχαν το απόλυτο κουμάντο. Η κάθε καμτσικιά τους, νόμος. Έριχναν μία; Το μπουλούκι σχημάτιζε κύκλο κι άρχιζε το χορό. Έριχναν και δεύτερη; Το μπουλούκι έπρεπε να σταματήσει. Έκαναν όμως και τον τσαμπουκά τους. Στα πλαίσια του τελετουργικού, ένας Μάγκας προκαλούσε έναν Καπεταναίο σε μονομαχία. Πάλευαν και στο τέλος ο Μάγκας κέρδιζε μάγκικα. Τον πέταγε καταγής κι αφού τον κάρφωνε στο στήθος με το μαχαίρι του, έκανε πως του έγδερνε το δέρμα και του έβγαζε τα έντερα. Άγνωσται αι βουλαί του εμπνευστή…

Κάπως έτσι το γλέντι δεν σταματούσε πριν νυχτώσει. Όχι ότι το σούρουπο έδινε την πολυπόθητη ανάσα, απλά το ξεφάντωμα μεταφερόταν στους τέσσερις τοίχους ενός καφενέ. Μέχρι πρωίας. Κι όχι οποιασδήποτε πρωίας, της πρωίας της Καθαράς Δευτέρας, που το έθιμο συνεχιζόταν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, μέχρι το μπουλούκι κι όλος ο κόσμος που ακολουθούσε να καταλήξουν στην Εληά και να πέσει η αυλαία με τον πλέον ταιριαστό τρόπο. Έναν τρόπο που επάξια συγκαταλέγεται ανάμεσα στις μεγαλύτερες συλλήψεις του βεροιώτικου νου: τον παραδοσιακό βερροιώτικο Φασουλοταβά – έτσι, με το ρο διπλό και το φι κεφαλαίο!

κείμενο: μιχάλης-χασιώτης
φωτογραφίες: ιάκωβος-καγκελίδης
επιμέλεια: πωλίνα-ταϊγανίδου + τάσος-θώμογλου

Αναβίωση του έθιμου 'Οι Καπεταναίοι'

"Το πέρασμα πάνω από τη φωτιά, βοηθάει στο να ξορκίζουν το κακό"