Αντώνης Μπιλίκμπασης

Συν ευλογία και χείρα κίνει

Το αφιέρωμα στον Αντώνη Μπιλίκμπαση θα μπορούσε να περιληφθεί μέσα σε λίγες μόνο λέξεις. Βεροιώτης, καταξιωμένος ζωγράφος που έχει δημιουργήσει τη δική του «σχολή» στο χώρο της αγιογραφίας. Θα ήταν όμως άδικο, αν όχι αμαρτία, να μην αφιερώσεις μόνο λίγα δευτερόλεπτα για να διαβάσεις σχετικά με έναν άνθρωπο με τον οποίο καθίσαμε και κουβεντιάσαμε για ώρα… γιατί έχει τόσα πολλά να πει, τόσο άγνωστα σ’ εμάς, τόσο ενδιαφέροντα και -το κυριότερο- όλα τους δοσμένα μέσα από μια αλλιώτικη, αισιόδοξη οπτική.

Αν χρησιμοποιούσαμε το λεξιλόγιο της μαγειρικής, η πιο ταιριαστή είναι η λέξη μείξη. Αν δανειζόμασταν τη μαθηματική ορολογία, θα μιλούσαμε για πρόσθεση. Η ουσία είναι μία: μιλάμε για έναν καλλιτέχνη με αδιαμφισβήτητο ταλέντο, για μια εντυπωσιακή φωτορεαλιστική ζωγραφική που δίνει ξεχωριστή τρισδιάστατη ζωντάνια πάνω στον καμβά. Αυτήν την τεχνική αποφάσισε να την παντρέψει με την τέχνη της αγιογραφίας, δίνοντας ένα ιδιαίτερο αισθητικό και πνευματικό αποτέλεσμα και ξεφεύγοντας από τα συμβατικά μονοπάτια μιας τέχνης που στα μάτια μας είναι αυτό που λέμε “default”.

Η έρευνα που κάναμε πριν τον συναντήσουμε, επιβεβαίωσε τις πληροφορίες μας που μιλούσαν για έναν καλλιτέχνη, το ζωγραφικό ύφος του οποίου εκθειάζεται κι έχει ιδιαίτερη ζήτηση στους κύκλους της Εκκλησίας, γεγονός που μας γέμισε με υπερηφάνεια. Είναι η ίδια περηφάνια που νιώθουμε πάντοτε όταν ένας συμπολίτης μας καινοτομεί και διαπρέπει σ’ έναν τομέα άγνωστο στους περισσότερους από εμάς. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, με το που περάσεις την πόρτα του ατελιέ του γίνεσαι μάρτυρας μιας ιδιαίτερης αύρας. Περιτριγυρισμένοι από έργα του εν εξελίξει κατόπιν παραγγελίας, από εντυπωσιακές προσωπογραφίες αφιερωμένες σε πατέρες της Εκκλησίας, από αγιογραφίες του που μαρτυρούν την επιτυχία αυτού του δύσκολου ζωγραφικού παντρέματος κι ακούγοντάς τον να μιλάει με μια σπάνια, γαλήνια φωνή, αντιληφθήκαμε πολύ γρήγορα το αποτέλεσμα αυτής της συνάντησης στην ψυχική μας ηρεμία.

Ο Αντώνης Μπιλίκμπασης ασχολείται με τη ζωγραφική από παιδί και σήμερα αυτή αποτελεί τη βασική βιοποριστική εργασία του. Όπως μας είπε, δεν πρόκειται απλώς για ένα χόμπι που μετεξελίχθηκε σε δουλειά. Πρόκειται για ένα πάθος που τον συνεπαίρνει, τον κατακλύζει και τον κάνει να χάνει κάθε επαφή με το χώρο και το χρόνο κάθε φορά που πιάνει το πινέλο.

Απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών της Ρώμης, εξειδικευμένος στη ζωγραφική, στη διακόσμηση εσωτερικών χώρων και στην αγιογραφία. Η πρώτη ερώτηση βγήκε χωρίς καθόλου σκέψη. Εύλογα τον ρωτήσαμε πώς αποφάσισε να αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος του έργου του σε εκκλησιαστικά πρόσωπα. Η απάντηση που μας έδωσε μοιράστηκε ανάμεσα στο γεγονός ότι πάντοτε ήταν συνειδητά κοντά στην Εκκλησία, ενώ άφησε να εννοηθεί ότι η πίστη του ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο μετά από μια προσωπική εμπειρία που είχε. Άλλωστε, τη στιγμή που ακόμα και η επιστήμη δεν μπορεί πάντα να εξηγεί με την τετράγωνη λογική της κάποια πράγματα, εύλογα γεννάται η υπόνοια ότι κάποια ανώτερη, κάποια Θεία δύναμη παίρνει τη σκυτάλη και δίνει συνέχεια στην ιστορία.

Η τεχνική που ακολουθεί και είναι σήμα κατατεθέν του είναι πολύ πιο δύσκολη από την πεπατημένη στην αγιογραφία, μας εξήγησε, αλλά ταυτόχρονα είναι μια πολύ γοητευτική κι εθιστική πρόκληση. «Αφού οι προσωπογραφίες μου έχουν ως θέμα πατέρες της Εκκλησίας, θέλησα να ξεφύγω από το πρωτόκολλο που εξαντλείται μόνο στο πόσο λεπτομερής είναι ένας πίνακας. Μιλάμε για πνευματικούς ανθρώπους κι αυτό θέλησα να αναδείξω. Την πνευματικότητα, το βάθος της ψυχής τους μέσα από τα μάτια τους. Έχει διαφορά από έναν κοινό πίνακα. Όπως και ο ίδιος ο Χριστιανισμός, έτσι θέλω και οι πίνακές μου να γεμίζουν τις καρδιές των ανθρώπων όταν τους κοιτάζουν. Όχι απλά τους τοίχους των σπιτιών τους».

Έχει ζωγραφίσει πολλούς πατέρες της Εκκλησίας, από τον γέροντα Ιωσήφ το Βατοπαιδινό μέχρι το μητροπολίτη Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας Παντελεήμονα. Ένα κλικ στο Facebook, στο προφίλ του “Αντωνιος Μπιλικμπασης” και στη σελίδα “Antonios Art” δεν αφήνει περιθώρια για αμφισβητήσεις. Άλλοι εν ζωή κι άλλοι όχι. Έχει γνωρίσει από κοντά όλους αυτούς τους φωτισμένους πατέρες; «Άλλους ναι, οι οποίοι ποζάρανε για μένα κι άλλους όχι. Γενικά, μ’ αρέσει να λέω ότι είναι οι γνωστοί-άγνωστοι της ζωής μου. Ακόμα κι αν δεν τους ξέρω προσωπικά ή εκ των πραγμάτων αυτό δεν ήταν δυνατό, ξέρω περισσότερα γι’ αυτούς από το δερματολόγο τους, από τον κουρέα τους ή τον ενδυματολόγο τους. Τους έχω μελετήσει από κάθε πλευρά και εξονυχιστικά για να μπορέσω να επιτύχω το επιθυμητό αποτέλεσμα πάνω στον καμβά». Υπάρχει απάντηση στο ερώτημα πόσος χρόνος μπορεί να απαιτείται για να ολοκληρωθεί μια προσωπογραφία; «Δεν υπάρχει μία απάντηση. Για να γίνει σωστά όμως, θα μπορούσα να πω ότι ένας μήνας είναι ένας ιδανικός χρόνος. Γιατί είναι ένα έργο που χρειάζεται προσήλωση και αφοσίωση. Η δουλειά μου διαφέρει, ας πούμε, απ’ αυτήν ενός επαγγελματία μάγειρα που μέσα στην κουζίνα του μπορεί να δουλεύει πάνω από δυο, τρία διαφορετικά τηγάνια και κατσαρόλες, να προσθέτει κάτι εδώ και κάτι εκεί και να τα δουλεύει παράλληλα».

Ο τρόπος που μας μιλάει για τη δουλειά του μας δείχνει έναν άνθρωπο γεμάτο, ικανοποιημένο με αυτό που κάνει και ευγνώμων για το ότι και ο κόσμος στηρίζει έμπρακτα αυτή του την προσπάθεια. Εμείς από την πλευρά μας είμαστε ευγνώμονες για τη φιλοξενία του, για την πολύ διδακτική κουβέντα μας και κυρίως, γιατί μας έδωσε περισσότερο κουράγιο και μας επιβεβαίωσε ότι το Arive έχει λόγο ύπαρξης. Να προβάλλει τον τόπο μας μέσα από τον πολιτισμό, μέσα από έναν άλλο φακό και να τον αναδεικνύει μέσα από ανθρώπους που τον αναδεικνύουν.

κείμενο: μιχάλης-χασιώτης
φωτογραφίες: κωνσταντία-μαζαράκη
επιμέλεια: αλέξανδρος-κόγκας + ιάκωβος-καγκελίδης