Scroll to top
Back
free giorgios_kasapidis

Ένα απ’τα δώδεκα ξυλάκια

  • Κείμενο:

    γιώργος_κασαπίδης

  • Φωτογραφίες:

    γιώργος_κασαπίδης

  • Ημερομηνία:

    Απρίλιος 2018

  • Επιμέλεια:

    ιάκωβος_καγκελίδης

Scroll

Σαν τώρα το θυμάμαι. Αλαφιασμένα τα σύννεφα να τρέχουν να πιάσουν τη βροχή. Μη την αφήσουν να ρημαχτεί όπου να’ ναι . Μαύρισαν ,πύκνωσαν, άγρεψαν και την σταμάτησαν πάνω απ’ το μαχαλά μας… κι εκεί της δώσαν το ‘λεύθερο να σύρει πρώτη τον πανηγυρικό χορό. Ξέρεις πόσο καιρό είχε να βρέξει; Αμάν, κάνανε οι μεγάλοι να ημερέψουνε τη σκόνη από τους δρόμους τους χωμάτινους.

1949 ή ’50…

Παίζαμε εμείς ‘’Τα δώδεκα ξυλάκια’’-να σου το μάθω κάποτε, τί λες;- και μόλις έπιασε η μπόρα του καλοκαιριού, η γιαγιά η Ραχήλ, μ’ ένα της βλέμμα μόνο-αρκούσε-έδωσε σινιάλο να χωθούμε μέσα και οι τρεις μας. Πω πω κάτι πείνες! Φτώχεια! Παρακαλάγαμε-δεν ξέρω ποιον- να ‘χει απομείνει κάτι να φάμε τώρα που θα σουρούπωνε. Μια δυο ελιές τριμμένες πάνω σε καμιά φέτα ψωμί-να το κάμει ο θεός ψωμί!- και την κυκλώναμε την Ραχήλ μου, στο περβάζι απ’ το προσφυγικό χαμόσπιτο.

‘’Μάμα, έχει λίγο ακόμη ψω…’’ πήγα να πω και μ’ έκοψε

‘’Γιάγια θα λες με! Γιάγια! Είπα ‘σε γιάβρου μ’, ‘κ είμαι  η μάμα σ’. Η μάμα σ’ επόθανε’’

Και μήπως ήξερα τι σήμαινε το επόθανε! Τί ήταν θάνατος… Ένας χωρισμός, ίσως και προσωρινός, σκεφτόμουν . Άλλωστε στη γειτονιά, μόνο εγώ και οι μεγάλες μου αδερφές δεν είχαμε μάνα. Ήθελα να το βγάζω από μέσα μου πού και πού και να χορταίνω μάνες. Μάνες, μάνες, μάνες… Την έχασα περίπου στα δυόμισι, τί να θυμάμαι! Μια θολή εικόνα η μάνα, ένα γλυκό όνειρο δίχως όψη. Οι μεγάλες την θυμόντουσαν καλά τη μάμα και δεν τους πήγαινε η λαλιά να τη φωνάξουν έτσι τη Ραχήλ. Ξέρανε ποια ήταν η μάμα τους. Εγώ όμως…

‘’Μάμα, θα μου δώσεις λίγο ακόμη; Έχεις;’’ σχεδόν κρυφά από τις άλλες.

Ν’ αδικήσει κάποια απ’ όλες μας η Ραχήλ; Με τίποτα! Η ίδια μπορεί να στερούνταν, αλλά να κόψει από τη μια για να δώσει στην άλλη, δεν υπήρχε θέμα συζήτησης. Μα έλα που η φουκαριάρα δεν είχε ψίχουλο ! Πώς όμως να μας το αρνηθεί χωρίς να ντροπιαστεί. Έβρισκε δικαιολογίες και κόλπα… ’’Ατώραν ο ήλιος εκόνεψε.’Κ εφτάε πούλι μ’ ‘’ ή ‘’Οουυ, ατέτοιαν ώρα, θα έρτεν τα πεντικούδια ψυ’μ’. Σουςς! Σουςςς! Και ξαν’ θα λέω σε! ‘Κ είμαι η μάμα σ’! Εγώ πολλά γραία είμαι. Μάμα ‘σ ‘κ θα μπορούσα να έμνε’’

‘’Πόσο χρονών είσαι γιάγια, πες μας’’ ρώτησε η Κατερίνα, η μεσαία μας.

‘’Πόσο να ‘μαι; Εκατό, δεακόςςια… ‘κ ξέρω. Άλλα έρθαν με τεμεν’ α’ σην πατρίδαν κι άλλα εφέκα τα εκεκά. Καλά και επήκα;’’ Και γέλαγε διάπλατα, φωναχτά, φανέρωνε την ψυχή της, έδιωχνε το χάος, το φόβο, τις πείνες, τον πόνο της χωρισμένης Ελλάδας. Τις αμαρτίες τους κατάπινε αμάσητα ,η έρμη η μάμα- έτσι μ’ αρέσει να την αναφέρω συχνά πυκνά, δεν το ξεπέρασα ακόμη- ένα δοντάκι είχε όλο κι όλο, και μας αγκάλιαζε, που λες, έπειτα σφιχτά στους μαύρους κόσμους της, για να γεννήσει  πάνω μας αγάπες κόκκινες. Ρόδια, μήλα, γαρούφαλλα, παπαρούνες, σκόρπια όλα πάνω μας ριγμένα. Και η αλήθεια είναι πως έτσι τη φέρνω στο νου μου. Όχι στα μαύρα όχι! Στα κόκκινα… Και τώρα μεγαλώνοντας, δεν είναι λίγες οι φορές που αναρωτήθηκα πώς να ‘ταν νέα. Τη φαντάζομαι σ’ ένα λιβάδι με στάχυα να δουλεύει με διάθεση, ιδρωμένη κάτω από ένα ανοιχτόχρωμο τσεμπέρι, να τραγουδά του πρωινού, το μεσημέρι να φιλά, και εκεί στο δείλι να ξεδιψάει τη ζωή. Στα χέρια του μεγάλου της έρωτα, ίσως… Έπειτα να του μαγειρεύει  πικάντικα του αγαπημένου της-όπως του άρεζε- να του σερβίρει και ύστερα να πλένει το σφιχτό της κορμί και τα μακριά της καστανά μαλλιά… κάπου στα Σούρμενα.

Της Ραχήλ μου το κορμί, είχε κυρτώσει τόσο- κανείς δεν ξέρει πόσο χρονών ήταν στ’ αλήθεια, αλλά σίγουρα οι κακουχίες την έδειχναν τόσο γριά.. όπως στα παραμύθια- που νόμιζα καθώς μεγάλωνα, κορίτσι αθώο, ότι μου λύγισε έτσι, για να σηκώνει μόνη της τον ήλιο στα πρωινά μου και να μου τον κρατά για μένα μόνο εκεί ψηλά! Μόνο για μένα και τις αδερφές μου, ναι. Και ήμουνα τόσο περήφανη γι’ αυτήν, που απ’ την υπερπροσπάθειά της αυτή, έπαθε αυτό που έπαθε, που σκότωνα για εκείνη. Αλήθεια! Ποιος να πει κουβέντα για τη μάμα; Ας τολμήσει!

Τη φέρανε απ’ το Κιλκίς γιατί ήταν σόι μας λέει, για να την γηροκομήσουμε δήθεν, για δεν της απόμεινε άλλος άνθρωπος στη γη δικός της. Ανύπαντρη, χήρα, θα σε γελάσω! Άρρωστη και γερασμένη πάντως. Να τη φυλάξει η μάνα μου η πραγματική. Πριν γεννηθώ! Το ’39 το ’40 είπαν, δεν έχει σημασία. Πως τα έφερε όμως έτσι ο καιρός και τη μάνα την άρπαξε η φυματίωση το ’44 και λίγο καιρό μετά τον πόλεμο, τον πάπα τον βάλανε φυλακή. Εξόριστος! Έκρυβε όπλα είπαν. Που να τους ‘μπιστευτεί… Καλά έκανε!!! Μα έλα που μας άφησε μόνες κι ορφανεμένες και τις τρεις. Και πεινασμένες μες τα θηρία. Και εκεί ανέλαβε η Ραχήλ μου. Ντύθηκε ‘Πρέπει Ν’ Αντέξω’, έγινε μάνα και μπαμπάς, ήλιος και καλοκαίρι και μας μεγάλωνε και τις τρεις όπως μπορούσε.  Κι αν έβαζα, κι αν βάζω ακόμη και τώρα, δίπλα δίπλα τη Ραχήλ και τον πάπα μ’, ήρωας αυτή ήτανε! Πιο μεγάλη κι από ήρωα. Κι αν και αγράμματη, σε αντίθεση με τον πάπα μ’ , έλεγε τα πιο σοφά λόγια δίχως φόβο.

Όταν λοιπόν είδε κι απόειδε με τις τρεις μας, κι όταν της πρότειναν απ’ τη γειτονιά-λόγω της φτώχειας μας και της ορφάνιας μας- να μας στείλει όλες ή έστω κάποια από εμάς στις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης για να γλυτώσουμε από τις φλόγες των καιρών, με μισή καρδιά και με ψυχή λιοντάρι, δάγκωσε τα μέσα της και πήγε. Πήγε και στάθηκε μπρος στον υπεύθυνο της πόλης. Πλυμένη, καθαρή σαν την ψυχή της, σαν το βλέμμα της το γερασμένο μα το ευθύ, στάθηκε μπρος του και του το ζήτησε. Σχεδόν το απαίτησε!

‘’Και πού είναι οι γονείς των κοριτσιών, για δε μας λες γιαγιά’’

‘’Ε αγναμάζ’! Η μάνα να’τς επόθανε. Εφέκε μας χρόνα …’’

‘’Πατέρα δεν έχουν;’’

‘’Πως ‘κ έχνε! Έχνε! Αλλά σ’ ένα νησίν έχνα ντον, λένε. Αξούριστον…. καλά είπα ‘το;’’

‘’Εξόριστο!!’’

‘’Αραέτσ’ είπανε!!’’

‘’ Αα μάλιστα. Κομμούνι, κατάλαβα!’’

‘’Ντο είπες΄;’’

‘’Ξέρω εγώ… Ε λοιπόν, να τις σκεφτόταν νωρίτερα  τις κόρες του… Τώρα δε γίνεται τίποτα. Φύγε!’’

‘’Νέπε, εγώ  απ’ αούτα ’κ  εγροικώ. Αν όμως επήκεν έναν λάθος ο κύρς ατούν, ΑΝ!!… ατώρα πληρώνα το! Τρανόν αξιναρέαν εδώκεν ατόν ο Θεός. Εείνες οι έρμες οι  θυγατέρε να’τ όμως, τηδέν ‘κ φταίγουνε. Μικρίτσικα πολλάν εν, ξάει ‘κ λυπάσα’τα !;!’’

‘’Ο πατέρας τους έπρεπε να τα λυπηθεί, όχι εγώ! Φύγε τώρα, γιατί δε σε καταλαβαίνω κιόλας καλά! Φύγε, φύγε!’’

‘’Εγώ θα φεύω. Με τ’ εσέν καμίαν δουλείαν άλλην ‘κ έχω. Αλλά θα λέγωσε έναν κι άλλον. Εείνα τα ψυχά’ς, εχθρούς θα φτασ’ ατά. Καμίαν ‘κ θα θέλ’να σας! Καμίαν!!’’

Κι έτσι έγινε… Εχθρούς ποτέ δεν τους θεώρησε καμιά μας, αλλά μας πήγε και τις τρεις στην άλλη όχθη. Με το πάπα μας μαζί!

Και οι χρόνοι πέρασαν όπως πέρασαν, και η μάμα η Ραχήλ, χρόνια μετά την επιστροφή του πάπα μου, εξαντλημένη, ανακουφισμένη και περήφανη για όλες μας, έγινε ένα από ’’Τα δώδεκα ξυλάκια’’ και εκσφενδονίστηκε ψηλά στον ουρανό. Καμιά βαρύτητα δεν μπορούσε να την φέρει πίσω, ίσως γιατί δεν το ‘θελε, ξανά, τέτοια ζωή να ζήσει. Διάλεξε να γίνει ένα ξυλάκι και να χαθεί απ’ τον κόσμο αυτό. Να γίνει πριονίδι αρχικά, ένα θρυμματισμένο τίποτα… κι αίνιγμα έπειτα!… Και κόκκινο κρασί, κόκκινο ρούχο… και τέλος, κόκκινο αμάραντο και να μας καμαρώνει και τις τρεις.

Κι όταν κι εγώ ξυλάκι με τον καιρό θα γίνω, σ’ αυτήν θα πάω πρώτα. Εκείνη θα διαλέξω. Εκείνη!!

Μα έλα… έλα να σου δείξω το παιχνίδι, μάτια μου! Έλα… Μη με κοιτάς περίεργα, μη!

Λοιπόν, άκου πως παίζεται το παιχνίδι. Στήνεις έτσι τα δώδεκα ξυλάκια πάνω στην πάχα κι έπειτα βάζεις …