Scroll to top
Back
free giorgios_kasapidis

…Καρναβάλι-Οι πρώτοι ή οι τελευταίοι

  • Κείμενο:

    γιώργος_κασαπίδης

  • Φωτογραφίες:

    γιώργος_κασαπίδης

  • Ημερομηνία:

    Μάρτιος 2018

  • Επιμέλεια:

    αλέξανδρος-κόγκας + πωλίνα-ταϊγανίδου

Scroll

Κι αυτός ο διαολόβηχας δεν έλεγε να κοπάσει. Γκούχου και γκούχου κάθε βράδυ για ώρες. Σα να στεγνώναν όλα μέσα του απότομα, από τις εννιά περίπου το βράδυ και μέχρι να τον πάρει ο ύπνος, χουρχούριζαν τα πνεμόνια του ανελέητα. Μέχρι έξω στο δρόμο έφταναν οι κρυολογημένοι ήχοι του και ξεσήκωναν περαστικούς κι αδέσποτα.

Χειμώνας ήταν ακόμη και στη μικρή του πόλη- όπως σε κάθε μικρή πόλη της επαρχίας- μετά το κλείσιμο των μαγαζιών φυτρώνουν ησυχίες. Γεννιούνται μοναξιές αναρριχητικές και σαρκοφάγες που αιμοδιψούν για ταφικές, των πάντων παύσεις. Οι νύχτες τεντώνονται  θαρρείς, και τις διασχίζουν αραιά και που, κάποιες καλοντυμένες ξερογκαζιές.

Ο Ιωσήφ ξανάβηξε παρατεταμένα, έβγαλε ‘Ζήτα’ στην ταμειακή του, ενώ παράλληλα καταμέτρησε τα χρήματά του. Έβαλε στην άκρη κάποιες τελευταίες συνταγές, πήρε μιαν ακόμη  παστίλια για τον ρημάδι τον βήχα του κι έλιωσε μιαν ασπιρίνη να τον δυναμώσει. Πολύ την ‘μπιστευότανε  άμα ήταν φαγωμένος.

Έβαλε στην αμασχάλη κάτω το τσαντάκι με τα λεφτά και γύρισε δύο φορές την κλειδαριά. Όχι απ’ όξω. Όχι όχι! Μέσα στο φαρμακείο ζούσε. Πέρασε κι ένα βαρύ λουκέτο και βάδισε προς το κρεβάτι του πίσω στην αποθήκη. Χαμήλωσε τα φώτα κι άφησε το ταμπελάκι με τ’ όνομα ‘κείνου που διανυκτέρευε. Μακριά από το κέντρο, απόμερα, παρέμενε από τα λίγα φωτεινά σημεία του δρόμου για όλο το βράδυ. Τι κι αν η πόλη θα ‘στεινε σιγά σιγά γιορτή ολόκληρη για την Τσικνοπέμπτη. Όλα μοιάζανε και στην ουσία ήτανε  ξένα για τον ίδιο και τη ζωή του.

Τέταρτος χρόνος στη γενέτειρα. Τέσσερις μικροί αιώνες καβαλημένοι στους ώμους του. ‘’Η δύσκολη επιστροφή’’ ο πικρός τίτλος- βαθιά μέσα του δοσμένος.

Είχε ακουστεί σαν απειλή, ως τελεσίδικη κουβέντα, ως μονόδρομη λύση από το στόμα της μάνας του, όταν και συγχωρέθηκε ο πατέρας του. Ή έρχεσαι ν’ αναλάβεις το φαρμακείο του μπαμπά ή πεθαίνω κι εγώ! Κι ας μην του είπε ξεκάθαρα ποτέ ότι δεν ενέκρινε τη νυφαδιά, που εδώ και χρόνια είχε ‘αγκαζέ’ στην Περούτζια ο κανακάρης της και καθόλου δεν καλόβλεπε την προοπτική να της τον κλέψει η Ελληνοϊταλίδα δια παντός. Ήξερε καλά πώς να τον χειριστεί… Γνώριζε καλά ότι ήταν αδύνατο να τον ακολουθήσει στην Ελλάδα και δη στην επαρχία.

Ο Ιωσήφ λοιπόν, έκανε πακέτο τη ζωή του, της έκοψε εισιτήριο, έπειτα την έκανε ξέφτι, την αποχρωμάτισε, της έδωσε δυο κλωτσιές… και πίσω την έστειλε. Ποτέ της δεν τον κατάλαβε η Σοφί. Ποτέ της! Κι ας τον γύρεψε πολλές φορές. Ας του ‘γραψε, ας του τηλεφώνησε, ας πήγε δυο και τρεις φορές για να τον μεταπείσει. Ποτέ δεν τον κατάλαβε.

Γκούχου γκούχου…

Χτύπησε το τηλέφωνο κάπου στις έντεκα και μισή. Να ‘ταν η μάνα του που’ μενε από πάνω; Κάτι έπαθε νυχτιάτικα… Πριν από μια ώρα την καληνύχτισε… Τι διάολο!!

Της είχε κάνει το χατίρι να γυρίσει αλλά ουδέποτε δέχτηκε να κοιμηθεί στο παιδικό του δωμάτιο. Ουδέποτε. Για ένα φαϊ στο πατρικό και για ένα μπάνιο. Στρίμωξε τη ζωή του μέσα στο φαρμακείο. Έκανε σπιτικό τη ζούγκλα των Λέοντος, συγκάτοικους τα ηρεμιστικά, τα μυοχαλαρωτικά, τα διουρητικά, τα Amoxil, τα Vix και τις ενέσεις  ͘ και δολοφόνησε την αγάπη- πώς το ‘κανε, μήτε αυτός δεν το κατάλαβε.

Χτύπησε το τηλέφωνο, βγήκε μπροστά στο ταμείο να το σηκώσει και ίσα που το ‘πιασε, την είδε τη Σοφί στην πόρτα του μπροστά με το κινητό στο χέρι. Μόλις που έπιασε να βρέχει και οι πρώτες σταγόνες πήγαν και στάθηκαν στα μακριά της μαλλιά. Λαμπίριζαν, η καθεμιά, αργυρό στολίδι πάνω της. Αλλά και τίποτα να μη τη φώτιζε, ήταν η Σοφί του. Η πιο όμορφη όλων. Η μία! Ερωτεύτηκε τις πιο μικρές ατέλειές της που ήταν τέλειες. Την μικρή ελιά που σκαρφάλωνε χρόνια στο λαιμό της και ποτέ της δε έφτασε. Τις γκριζαρισμένες τις ρίζες- απ’ τα εικοσιτέσσερά της λέει- που κάθε μήνα δηλώνανε παρούσες στον πολύχρωμο κόσμο της. Τη μικρή ουλή δίπλα στον αφαλό της από ένα έγκαυμα, κορίτσι ακόμη, που δεν της την  μαύριζε ποτέ ο ήλιος κι εκείνη σκάνιαζε κι αυτός διπλά την αγάπαγε. Κι αυτήν και την ουλή της.

Η Σοφί του. Τρία μέτρα μακριά του μόνο, πίσω από μια τζαμαρία και σε απόσταση χωρισμών. Πώς να υπολογίσει κανείς ένα χωρισμό; Με τί μετρίδι,  με ποιό ζύγι, ποια μεζούρα;

Κόλλησε εκείνη τα χείλη της στο τζάμι, τα χέρια σήκωσε αμήχανα να πιάσει τ’ άπιαστο και δυο μακρόσυρτα κι ατέλειωτα θαρρείς δάκρυα, της χάθηκαν στη γη. Να μπερδευτούν με τη βροχή, ποτάμια ν’ απαντήσουν, σε θάλασσες να συστηθούν!

Κι έκανε εκείνος βήματα μεθυσμένα, μέσα στους βήχες του κι ακούμπησε το τζάμι με τα δικά του χείλη από μέσα κι έσκυψε το ντροπιασμένο του κεφάλι. Έγινε έπειτα σκουριά και τα κλειδιά του οξείδωσε και τα ‘κανε  σίδερα άχρηστα…

Χαμήλωσε η Σοφί κι έσπρωξε σ’ένα φάκελο κάτω από της πόρτας τη φιράδα, όλη τους τη ζωή. Τη χώρεσε; Τί να έσπρωξε άραγε; Τί; Τί;… Ύστερα νύχιασε το τζάμι, χτύπησε ελαφρά τη δεξιά  γροθιά της κι έγινε υγρασία σε πόλη επαρχίας…

Από μακριά ακούστηκαν της Τσικνοπέμπτης μασκαρεμένοι ήχοι. Πώς κάναν έτσι τις ζωές τους καρναβάλι; Οι πρώτοι ή οι τελευταίοι…;