Scroll to top
Back
free giorgios_kasapidis

Λέγε πατέρα, λένε αλήθεια;

  • Κείμενο:

    γιώργος_κασαπίδης

  • Φωτογραφίες:

    γιώργος_κασαπίδης

  • Ημερομηνία:

    Σεπτέμβριος 2018

  • Επιμέλεια:

    ιάκωβος_καγκελίδης

Scroll

Λέγε πατέρα, λένε αλήθεια;

Τελικά, εσύ αποχαιρετάς το νεκρό ή μήπως ‘κείνος εσένα; Ή να συμβαίνουν και τα δυο ή πάλι, όλα να είναι ψέμα…;

Όπως και να ‘χει, με τους αποχαιρετισμούς λίγοι τα πήγανε καλά. Συνήθως, η αμηχανία κυριεύει τις στιγμές, κι εκείνες φοράνε τα καλά τους και σε υποδέχονται στη δική τους άνοστη πραγματικότητα. Είτε πρόκειται για μικρούς , είτε για μεγάλους αποχαιρετισμούς. Πόσο μάλλον για τους μόνιμους!

Στην κηδεία του μπαμπά, δεν τοιχοκολλήσαμε ,και δεν καλέσαμε παρά τους συγγενείς. Εμείς κι εμείς, που λένε. Δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι είχε ξεπεράσει τα ενενήντα οκτώ, δεν ήταν ότι ήταν Δεκαπενταύγουστος κι όλοι θα είχανε πάρει τα βουνά και τις θάλασσες… αλλά –η αλήθεια να λέγεται-ο ευλογημένος, και σχωρεμένος επίσης, δεν κράτησε με κανέναν στον κόσμο τούτο σχέσεις. Μήτε καλημέρα! Ποτέ!

Η μεγάλη μου αγωνία όμως εκείνη τη μέρα ήταν άλλη. Ο αδερφός μου ο Στεργιανός! Αυτός ήταν η αγωνία μου και ο καημός μου. Ο δίδυμος αδερφός μου. Το αίμα μου! Θα προλάβαινε να έρθει από την Βαρκελώνη όπου ζούσε τα τελευταία δέκα χρόνια, θα ήθελε να έρθει, θα έκανε έστω την προσπάθεια;

Οι μέρες ήταν ακόμη μεγάλες, ο ήλιος έδυε κάπου στις εφτάμισι- έχουμε βλέπεις και το Βέρμιο απέναντι, που πνίγει μέσα του τον ήλιο πολύ νωρίτερα από τους καμπίσιους- κι έτσι,  έδωσα στο γκαρντάσι μου το χρόνο να τα τακτοποιήσει όλα, γιατί συμφωνήσαμε να γίνει η τελετή στις έξι. Πιο αργά δε μας παίρνει, μου τόνισε απόλυτα ο εργολάβος. Ποτέ δεν τον συνήθισα αυτό τον άνθρωπο, γριά γυναίκα πια. Πάντα με αγριεύει! Φτου φτου φτου… Τέλος πάντων.

Ο Στεργιανός την κοπάνησε μικρό παιδί από το σπίτι. Έτσι ξαφνικά! Για εμάς ξαφνικά, γιατί απ’ ότι αποδείχθηκε, ο ίδιος, περίμενε θες, έψαχνε, γύρευε την αφορμή για να μπαρκάρει. Διότι αιτίες υπήρχαν πολλές και διόλου δεν του το καταλογίζω που το ‘σκασε έτσι στα δεκάξι μας και μ’ άφησε μισή κι από μισή πιο λίγη. Πιο μικρή και πιο κενή. Το κουβαλάω τούτο το κενό- και θα μου πεις τι βάρος έχει ένα κενό;- κι ό,τι κι αν έκανα σε τούτη τη ζωή, ό,τι κι αν δημιούργησα, όσο κι αν αγάπησα κι αν αγαπήθηκα, που δόξα στ’ όνομά Του, τα χάρηκα όλα… ετούτο το κενό, μαρμάρου πλάκα. Χοντροκομμένη και τραχιά!

Ο Στεργιανός λοιπόν, μετά από έναν ομηρικό καυγά με τον μπαμπά, άρπαξε το μικρό του μπόγο, που είχε έτοιμο κάτω από το ντιβάνι του, ήρθε με ένταση πάνω μου, μ’ αγκάλιασε σα να μην υπήρχε πριν και αύριο, μονάχα τώρα!, με φίλησε από τη μια πλευρά, φορές πολλές, μου χάιδεψε τα δυο μου μάγουλα- να, δυο χερούκλες είχε- και μου ‘πε σ’ αγαπώ, και φεύγω!

Θυμάσαι που σου έλεγα στην αρχή για τους αποχαιρετισμούς και τις αμηχανίες; Ε, λοιπόν εγώ είχα παγώσει ολόκληρη, κι εκείνος, που ανήκει ως φαίνεται στους λίγους που μπορούν να διαχειριστούν αυτές τις στιγμές, έλαμπε και μου στραβοχαμογελούσε. Πόσο όμορφος έμοιαζε! Πόσο ελεύθερος ήταν! Πόσο υπέροχα κόντεψε να γκρεμίσει την εξώπορτα καθώς την έκλεισε με ορμή κι εκείνη η δόλια, έμοιασε τόσο μικρή μπρος στην αντρειοσύνη του, στην αποφασιστικότητά του. Μπρος στα νιάτα του. Ποτέ της δεν επιδιορθώθηκε εκείνη η πόρτα. Παρέμεινε έτσι κουσουρλούδικη μέχρι το γκρέμισμα του πατρικού μας, τότε με την αντιπαροχή του οικοπέδου μας. Κι εγώ την καμάρωνα κάθε στιγμή, κάθε λεπτό της μέρας και έλεγα μέσα μου, ο αδερφός μου την κανόνισε. Καλά της έκανε, που τόλμησε να του κλείσει περάσματα και δρόμους. Δόλια εξώπορτα!!

 Είχε μυαλό περίσσιο ο Στεργιανός και στο σχολειό φαινότανε να ξεχωρίζει απ’ όλους. Θα πάει πολύ ψηλά, λέγανε οι δασκάλοι μας κι έξω πολύ δεν πέσανε. Ψηλά δεν πήγε, μα για μακριά, κανείς δεν μπορεί να του κουνηθεί. Τον κόσμο ανάποδα έφερε, τον ζάλισε, τον έκανε δικό του!

Κατέβηκε μ’ έναν φίλο του, τον Αντωνάκη-κείνος μόλις στα δεκαπέντε- στον Πειραιά και  πήγανε στου Κολλάκη το καράβι. Τον ‘’Άγιο Νικόλα’’. Πέταξαν για Ισραήλ, τα πουλάκια μου, φτάσανε στο λιμάνι του Αζντότ κι από εκεί θα ανηφόριζαν για Γιουγκοσλαβία, στο Κόπερ. Ακόμη την έχω τη φωτογραφία του από εκεί. Φορτίο ‘’General’’, μου έγραφε περήφανα από πίσω, λες και ήξερα τι σήμαινε. Το μόνο που με έκαιγε, ήταν να ήταν καλά. Πρώτο ταξίδι. Ο Στεργιανός μου, το καμάρι μου!

Αυτός γεννήθηκε πρώτος, κι εγώ που το έπαιζα τότε ζόρικη και δύσκολη, έπειτα από δυόμιση ώρες. Τη σακάτεψα τη μάνα και για δαύτο άλλο παιδί δεν καταφέρανε να κάνουν. Αχ, ο μεγάλος μου αδερφός!!Ο Στεργιανός μου! Έτσι τον φώναζαν όλοι κι εκείνος φούσκωνε κι όλο φούσκωνε. Ο μεγάλος! Τί είναι κι αυτό, σε κείνα τα χρόνια τα νεανικά, κι πιο νωρίς ακόμη, που θέλουμε να φαινόμαστε μεγαλύτεροι. Ντε και σώνει  να γίνουμε μεγάλοι, ε; Κι όταν μας πάρουν τα χρόνια απ’ το χέρι, να τους κρυβόμαστε… κι όταν μας ρωτάνε οι μικρότεροι την ηλικία μας, -πόσο με κάνεις;- να  χαιρόμαστε που πέσανε δυο τρία χρόνια έξω. Τάχα! Άτιμο πλάσμα ο άνθρωπος. Άτιμο.

Τον διαβάζαμε στην εκκλησία της ενορίας μας, στον Άη Δημήτρη, τον μπαμπά. Τέλειωνε μάλιστα ο παππάς με τα δικά του κι έφτανε η ώρα να ασπαστούμε για τελευταία φορά τον σχωρεμένο και να τον κατεβάσουμε προς τα μνήματα. Στον Άη Θανάση. Ήμασταν δεν  ήμασταν δέκα-δώδεκα άτομα, δάκρυ να λέμε την αλήθεια δεν κύλισε, αλλά μια νευρικότητα φτερούγιζε στον θόλο του Παντοκράτωρ, με τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου να διαπερνούνε τα παράθυρα ψηλά. Τ’ ανάγλυφα τα τζάμια τα κόκκινα, τα κίτρινα, τα μπλε… τα πράσινα. Τσάγκαρα τσάγκουρα τα λιβανιστήρια, μερικά ξερόβηχα, κάποια φτερνίσματα και κάνα μυξομάντηλο να πάλλεται ελαφρώς μαζί με τις γιαπωνέζικες βεντάλιες. Βαριές ανάσες! Λίγο αέρα βρε παιδιά. Αέρα, που μου κλείσατε και την πόρτα Αυγουστιάτικα. Τι στην ευχή, βρωμίσανε οι αμασχάλες μας ιδρώτα! Και να, κάποιος ευλογημένος, γκιιιιιιιι… τράβηξε απ’ έξω την αλάδωτη την πόρτα- ν’ αγιάσει το χέρι του- και έμπασε μέσα στην αποπνικτική μας ατμόσφαιρα, αέρα! Ο Στεργιανός μου, το μανάρι μου!!!

Γέρασε το πουλάκι μου. Έσπασε κι αυτό. Δυο φορές τον είδα από τα δεκάξι μας. Δύο! Περπάταγε αργά, κι έμοιαζε ο μικρός διάδρομος να τον διασχίζει και να τον σέρνει. Όχι εκείνος αυτόν. Στάθηκε λίγο ακίνητος και το βλέμμα του έπεσε πάνω μου. Εμένα έψαχνε το βλέμμα του. Και γέννησε στο στόμα του, το ίδιο ακριβώς στραβό χαμόγελο. Όπως όταν έφευγε. Τι ωραία γεννητούρια! Πόσο θάρρος μου ‘δωσε εκείνη τη στιγμή! Φόραγε ένα σακάκι  σιέλ, απλό, ένα πουκάμισο λευκό με μια γραβάτα σκούρη μπλε κι ένα καπέλο.

Βγάλ’ το βρε το καπέλο! Μέσα στην εκκλησιά με το καπέλο. Βγάλ’ το, ντροπή. Ντροπή! Στάθηκε μπρος το ιερό, ατάραχος. Έλεγχε θαρρείς τα πάντα. Έβγαλε το σακάκι του εκεί μπροστά μας και σχεδόν το πέταξε στον  παπά-Γιώργη, που έντρομος τ’ άρπαξε. Ξεσκέπασε την κεφαλή του- αχ μωρέ, τα μαλλάκια του είχαν ασπρίσει όλα σαν της μάνας μας, ίδια- κι έδωσε μια στο καπέλο να φτάσει απέναντι.

‘’Πατέρα…!’’ είπε.

Θα βγάλει επικήδειο σκέφτηκα, μα από την άλλη τρόμαζα…

‘’Πατέρα… δεν υπήρξες ποτέ σου πατέρας!’’

Αμάαν….

Και μέχρι να πω αμάν, ξεσπάθωσε ο Στεργιανός! Αρπάζει από το γιακά ή από την κάσα τον μπαμπά ή απ’ το μαλλί;- πού να θυμάμαι τώρα-, τον ρίχνει κάτω από τη βάση, μ’ έναν γδούπο, όπως χτυπάει σε σπιτικό το άκουσμα θανάτου, και τον σβαρνά με δύναμη θεριού, όξω από την πόρτα.

Αμάν…!

Τον βγάζει, που λες, έξω και τον πετά δυο μέτρα πέρα απ’ το ποδόμακτρο. Κοντά στη βρύση. Λίγο πιο πέρα απ’ τα στέφανα… Είχα παραγγείλει μονάχη μου καμιά δεκαπενταριά, να φαντάξουμε λίγο ντε!

‘’Στον αγαπημένο μας….’’ , ‘’Στον λατρευτό μου…’’ ,’’Στον αξιομακάριστο…’’

‘’Τώρα είναι δικός σας! Για μένα δεν υπάρχει, δεν υπήρξε. Όχι κηδεία δεν του αξίζει, αλλά και  τα σκυλιά αν τον φάνε, τιμή θα του κάνουν’’ είπε κι έφτυσε πάνω του. Ν’ ανοίξει η γης να με καταπιεί. Πάλι καλά που ήμασταν εμείς κι εμείς. ‘Κεινη τη Λισαβούδα σκέφτηκα, που δε θα έχανε την ευκαιρία να μας θάψει , αλλά και πάλι, είχα τόσα στο νου μου, που μου φάνηκε το λιγότερο κακό η γλώσσα της προκομμένης. Έδωσε δυο δρασκελιές ο Στεργιανός, αταίριαστες με την ηλικία μας-και να ‘ταν μόνον αυτές αταίριαστες- και μου σφύριξε να πάμε να το γλεντήσουμε. Κι ο μπαμπάς!!;; Ο κόσμος!!;; Αχ, τι φωτιές μου άναψες, τρελέ! Τρελέ μου και λεβέντη μου!! Έδωσα εντολή και -μεταξύ μας- μια χούφτα χαρτονομίσματα στον παπά-Γιώργη, να τελειώσει τη νεκρώσιμη ακολουθία και πήρα στο κατόπι το αδέρφι μου. Τί ακριβώς έκανε ο παπάς, ποτέ δεν έμαθα κι ούτε και ρώτησα. Τα μπάλωσε όπως πρέπει ή τέλος πάντων, όπως ήθελα και με βόλευε. Ο θεός να μας λυπηθεί! Μεγάλη αμαρτία πήραμε. Μεγάλη αμαρτία, Παναγίτσα μου, και μέρα που ‘ταν!

Τώρα θα μου πεις, οι περισσότεροι όχι απλά δεν συμπαθούσαν τον μπαμπά, μα τον μισούσαν. Γι’ αυτό και οι παρτίδες του ήταν μετρημένες. Δηλαδή τι μετρημένες; Μόνο με τη μαμά και μ’ εμένα είχε μια καλημέρα. Κι όσες φορές του έγραψε ο Στεργιανός, καμιά δεν του απάντησε. Ήθελε το παιδί να κάνει μια αρχή. Να πάρει τη σχέση τους απ’ το μηδέν, ίσως. Να δώσει μια συγνώμη. Τίποτα αυτός. Να, τα αποτελέσματα…

Η ιστορία ήταν παλιά. Πολύ παλιά, πριν γεννηθούμε…

‘’Εμείς όλοι το κρύβουμε και η γης το ‘χει καμάρι…’’ Ο μπαμπάς στα χρόνια της κατοχής, λοιπόν, άντρας στα είκοσι, κι αφού οι Γερμανοί είχαν επιτάξει το πατρικό του, χωρίς πολλούς ενδοιασμούς- και για να μην τον αδικήσω, αυτό μονάχα ο ίδιος το ήξερε- δέχτηκε να γίνει το τσιράκι τους και να κάνει όλες τις βρωμοδουλειές τους. Να φέρνει βόλτες μες την πόλη άνετος και να δείχνει στους κατακτητές τα κατατόπια. Ως αντάλλαγμα, καθημερινά είχε πέντε μερίδες φαγητό και καμία πλέον ενόχληση. Κι όταν τα πράγματα πήγαιναν καλά, να’ σου  και τα τσιγαράκια, να’ σου τα κονιακάκια, να’ σου και τα γκομενάκια!! Ελληνίδες από τα διπλανά χωριά!! Όμως το κακό παρά έγινε , όταν αποθρασύνθηκε και κατέδωσε τα ονόματα των ανταρτών… και τότε έγινε, λένε οι παλιότεροι, χαλασμός. Βιασμοί και φονικά στα σπιτικά τους, που τον στιγμάτισαν για πάντα. Κανείς δεν τον ήθελε πια και μόλις πήραν δρόμο οι Γερμανοί κι άρχισε ο Εμφύλιος, κατέβηκαν οι αντάρτες, τον άρπαξαν… κι έπειτα, τον άφησαν να ζήσει από μονάχος, πιότερο μόνος. Ντροπιασμένος κι ένοχος για πάντα!

Άνθρωποι σαν τον μπαμπά μου, βρίσκουνε τρόπους κι επιβιώνουν. Ελίσσονται  κι επιπλέουν. Άλλαξε επίθετο και πόλη και ήρθε εδώ το ’48. Με θέση στο δημόσιο- γραφιάς, ναι!- κι έφτιαξε τη ζωή του με τη σχωρεμένη τη μανούλα μου, που αγνοούσε τα πάντα για το παρελθόν του, την ίδια ακριβώς χρονιά. Όμως ο διάολος λένε, έχει πολλά ποδάρια και κάποια μέρα, κάποιος πρώην συμπολίτης του, βρέθηκε στον τόπο μας και τον αναγνώρισε. Αυτός αρνήθηκε κι εκείνος έβγαλε στη φόρα φωτογραφίες, εφημερίδες, γνωστούς γνωστών να επιβεβαιώσουν τα καθέκαστα!  Βούιξε ο ντουνιάς! Και φυσικά, έφτασε και στ’ αφτιά μας.

Ο Στεργιανός δεν μπορούσε να το χωνέψει κι έτσι τον ρώτησε ευθέως, παρά τα δεκατρία του μόνο χρόνια. ‘’Λέγε πατέρα, λένε αλήθεια;’’ του είπε και η σιωπή και τα μάτια του μπαμπά, δώσανε χίλιες ειπωμένες απαντήσεις. Τρία χρόνια γινόταν στο σπίτι ό,τι μπορείς να φανταστείς, με αποκορύφωμα τον τελευταίο τους καβγά, όπου το μοναδικό που μου ‘μεινε καλά γραμμένο ανάμεσα σε πολλά, ήταν η  φωνή του Στεργιανού, που λυσσασμένος τον έκραζε ‘’Ρουφιάαανε…..!! Ρουφιάαανε…!’’

Κι αν θέλεις όλη την αλήθεια, νομίζω -βρε είμαι σίγουρη ,τι λέω!- πως κάτι ακόμη έγινε μεταξύ τους. Σκύψε να σου πω. Σκύψε. Στ’ αφτί… μη μας ακούσει κανείς! Κάτσε στον κώλο σου και μη σου ξεφύγει λέξη. Άκου, το λοιπόν…