Scroll to top
Back
free giorgios_kasapidis

Το παρατεταμένο σίγμα

  • Κείμενο:

    γιώργος_κασαπίδης

  • Φωτογραφίες:

    γιώργος_κασαπίδης

  • Ημερομηνία:

    Ιούνιος 2018

  • Επιμέλεια:

    ιάκωβος_καγκελίδης

Scroll

Εξήντα εννιά, ναι, ναι, τί γράφει εδώ… α ναι, ναι, ναι, ναι και είκοσι πέντε!

Στο διάολο τα κινητά σας… Πού τους θυμάστε όλους αυτούς τους αριθμούς… Ξέρω ξέρω, είναι στη μνήμη… Εγώ δεν ξέρω; Τι στο διάολο δεν απαντάει τώρα… Τι στο διάολο!! Κι αυτός ο πόνος στην πλάτη, διάολε… Βρε, άμα θέλει! Κι αν δε θέλει, ουστ!! Άντε κοπέλα μου, που θες να λέγεσαι δημοσιογράφος. Σε ‘σένα μόνο θα τα πω όλα… Άκου! Θες λίγο τσάι; Όχι; Όπως είναι καλά!

Άμα φορέσεις την άσπρη κουστουμιά, τη γραβάτα με τον διπλό τον κόμπο πάνω απ’ το σιέλ πουκάμισο, το καπέλο και το λευκό δετό παπούτσι, την κάλτσα ασορτί και το μπαστούνι με την κοκάλινη λαβή, το μισό το παραμύθι το ‘δωσες. Νάτο και το χαμόγελο κι ανοίξανε κι πόρτες οι προεδρικές! Παραμύθι είναι όλα, βρε. Ψέμα και παραμύθι, κι όποιος το ‘φαγε. Άκου! ‘’Η ζωή, να ξέρεις κρατά το ίσο. Βάλε εσύ τη μελωδία!!’’ Χαχα… δικό μου αυτό! Καλό;; …θα σου πω εγώ τέτοια!!

Πριν κοιμηθώ, κάνω μια γύρα στη γειτονιά-δέκα και μισή νανάκια ο παππούς, εξήντα εννιά κλειστά ντε!!- μετά το σουρούπωμα… και ρίξε τις μπουκιές τις φαρμακωμένες. Όχι βγες και δες. Βγες! Καθάρισε ο ντουνιάς. Ούτε γάτα , ούτε σκύλος ‘δω κοντά. Καθαριότης! Ούτε μυρωδιές, ούτε σκατομάνι. Ο κόσμος απορεί από τη μια-εσύ τα ξέρεις, εδώ μένεις-κι από την άλλη χαίρεται. Μήτ’ ένα αδέσποτο ξαμολημένο!! Πού να ξέρουν ότι έχουν το άγιό τους στον τέταρτο όροφο. Άκου, κουβέντα ε;; Δε θέλω ευχαριστίες και τέτοια… ή κάνα τρελό φιλόζωο ν’ αρχίσει λόγια. Πού να τους πάει το μυαλό σε μένα. Είπαμε, λευκό κοστούμι ίσον χιόνι απάτητο!

Τα πρωινά μ’ αρέσει να στριμώχνομαι στο λεωφορείο, για πλατεία. Όοοχι δεν απλώνω χέρι, όχι. Απλά στριμώχνομαι. Μ’ αρέσει να στριμώχνομαι. Ποιος να πει κουβέντα για τον παππού τον κουστουμαρισμένο, με τη γενιάδα την σουλουπωμένη, που μοσχοβολά ολόκληρος‘’Μυρτώ’’ λεμόνι. Κι άκου, μ’ αρέσει να μυρίζω πίσω απ’ το σβέρκο τους. Τρελαίνομαι για σβέρκους μυρωδάτους. Ξέρω που πάω ‘γω… Και στήνομαι κι έρχονται μονάχα τους στη φάκα, τα όμορφά μου!!

Στο γυρισμό, πατώ και ίσα με τριάντα κουδούνια μεσημεριάτικα, μέχρι την πάνω στάση. Όλοι στο πόδι. Μεγάλες πλάκες. Και περπατώ αμέριμνος και δήθεν ανήξερος. Και κάποτε, σαν γύριζα σπίτι έπαιρνα φόρα. Και μέχρι τις τέσσερις-μετά δεν είχε τόση πλάκα- έπιανα το τηλέφωνο και ξεσήκωνα τη μισή την Ελλάδα. Εκεί να δεις γέλια μεσημεριάτικα!! Ύστερα μας ήρθε, η αναγνώριση. Α στο διάολο! Στο τσαφ τη γλύτωσα, ευτυχώς. Ενημερώθηκα έγκαιρα. Ηλεκτρολόγος ντε. Χόμπι μου τα ηλεκτρονικά… Βλέπεις τι γίνεται ‘δω μέσα από εργαλεία!! Πυρηνικό εργαστήριο. Μετακόμισα εδώ πριν από εννέα χρόνια. Λίγο μετά τη σύνταξη. Γυναίκα; Ε, είχα κάποτε μια, κάναμε και μια κόρη… Τις παράτησα νωρίς νωρίς. Τρία, τέσσερα χρόνια άντεξα;! Κάπου εκεί! Μόλις μου είπε η Αναστασία ότι έχει καρκίνο… στα πόδια ο λεβέντης! Ήμουν εγώ για τέτοια!! ‘Απαπαπαπα! Να τρέχω σε νοσοκομεία και να ‘χω και τη μικρή στα πόδια μου. Ποτέ!! Ούτε ξέρω τι απόγιναν. Καμιά τους… Ας είναι καλά, μα να ‘ναι μακριά μου. Μακριά! Δεν άντεξα ποτέ μου και τις κηδείες βλέπεις! Τί μου τα θύμησες τώρα…

Ο πατέρας- πάντα έτσι ήθελε να τον αποκαλώ- στρατιωτικός. Καραβανάς των τεθωρακισμένων. Μέχρι διοικητής της 12ης ΕΜΑ κατάφερε να γίνει. Αντισυνταγματάρχης. Κι εμένα έτσι με φανταζόταν όταν με υιοθέτησαν με τη μαμά- αυτή πάλι, δεν είχε λόγο για τίποτα. Και να ‘σου τα παραγγέλματα στο σπίτι, να ‘σου οι διαταγές, οι προσοχές και οι αναπαύσεις πάνω στα πράσινα μωσαϊκά. Να ‘σου οι στολές, τα κράνη, τα όπλα… να μου περάσει το μικρόβιο του μονιμά! Άκου, αυτό ή το ‘χεις ή όχι. Κι εγώ, μόνο αυτό δεν είχα… Όσα κι αν ‘κάνανε όνειρα χακί- κατά βάση εκείνος, η μαμά δε μίλαγε, μονάχα συμφωνούσε- εγώ αλλού. Αφού δε μ’ άρεζε, πώς να γίνει μάτια μου…

Τι μάτια είναι αυτά, λεβέντη μου. Τώρα τα πρόσεξα! Φτου σου!! Λεύτερος, λεύτερος;; Να σε χαίρεται η μάνα σου, η κυρά Έλλη, μπράβο!

Τί έλεγα, α ναι, για τον πατέρα. Ήθελε να με δει, που λες, με τα αξιώματα στο γιακά και στους ώμους και να με καμαρώνει. Μα εμένα δε μου ταίριαζαν ετούτα εδώ και του τ’ αρνιόμουν. Κι όσο τ’ αρνιόμουν, τόσο τον άναβα. Κι όσο τον άναβα, τόσο ξεσπούσε απάνω μου. Ερχόταν το σκαμπίλι από τας Ανατολάς και με ‘φερνε τέσσερις γύρες ωσότου να συναντήσω τη Δύση. Γι’ αρχή και μόνο. Έπειτα με ‘πιανε  απ’ το μαλλί- ποιο μαλλί, ενάμισι πόντο όλο κι όλο- από τ’ αυτί, και μ’ έριχνε κάτω μ’ ορμή! Όλα τ’ άντεχα τούτα. Μήτε δάκρυ, μήτε φωνή δεν μου έφευγε! Άντεχα! Εκείνο που έτρεμα ήταν τα λόγια του μέσα στ’ αυτί μου. Εκείνοι οι πολύβουοι ψίθυροι. Θα ‘μουν πια, πάνω από δεκάξι! Κι όμως! ‘Κείνη η φωνή του,  ο τόνος του, η χροιά… Μόλις ξεκίναγε τις απειλές…! Δεκάξι και, και πάντα το έβρεχα το βρακί μου. Και πάντα θύμωνε. Και πάντα έκλαιγα. Και πάντα μ’ έβριζε. Και πάντα κρύωνα. Και πάντα κλώτσαγε. Και πάντα κουλουριαζόμουνα και ‘φτανανε τα ούρα μου στο στήθος μου και μύριζα φόβους κι οι πόρτες έκλειναν μ’ ορμή και κλείδωναν διπλά και μ’ απομόνωναν κι έμενα έτσι για ώρες. Εγώ, οι φόβοι μου και το βρεμένο μου βρακί. Σ’ ένα σιέλ δωμάτιο με  γύψινες κορνίζες. Πόσο ψηλά φαντάζανε όλα τότε… Κι έπειτα-ήξερα ότι θα το κάνει, πάντα το έκανε, και δεν έλεγα να αμυνθώ, τον σεβόμουνα ντε- χύμαε στο δωμάτιο με το ζωνάρι του στο χέρι και μου ‘δινε πέντε, έξι, μπορεί και παραπάνω, στη διπλωμένη μου πλάτη. Τα λόγια του όμως πάντα με φόβιζαν περισσότερο. Και η ανάσα του. Έπαιρνε σχήμα, ακούς…, κι έμοιαζε με τραματισμένο λύκο, η ανάσα του. Ούρλιαζε η ανάσα του. Έμπαινε μέσα απ’ τα ρουθούνια μου, κατέβαινε στο στέρνο μου και το άλωνε κι όταν δεν είχε μείνει στον λύκο αυτό, τίποτε άλλο να ξεσκίσει, κατέβαινε στο κέντρο του στομάχου μου και το έκανε βορά του…

‘’Και μη σου ξεφύγει λέξις, ανάγωγε!’’ έλεγε.

Έπειτα έφευγε… μ΄ένα χτύπο στην πόρτα  που σκόρπαε σοβάδες. Τότε ήταν που ‘γύριζα’ στο υπόγειο της Α’ παρόδου της Μεγάλου Αλεξάνδρου, στη Σαλονίκη. Στο στοιχειωμένο υπόγειο που ζήσαμε από πάνω του τρία χρόνια και με κατέβαζε εκεί ο πατέρας όποτε του κάπνιζε, και κάπνιζε  τα Ματσάγγου τα Ελαφρά, αμίλητος. Έπειτα μ’ έγδυνε. Γδυνότανε κι αυτός στο ημίφως κι εμένα μ’ έντυναν τρέμουλα και ρίγη. Έφευγε η μιλιά μου και χτυπούσε στα ταβάνια, στους τοίχους, στην ασημένια κλειδαριά της πόρτας έβρισκε, στο τσιμεντένιο δάπεδο και στον παλιό καναπέ με τα βουλιαγμένα μαξιλάρια του και τα καμένα μπράτσα του από καύτρες. Έντεκα τρύπες είχε το αριστερό του μπράτσο. Κάθε τρύπα κι όνομα. Ήταν οι φίλοι μου. Τους μίλαγα βουβά, όπως με ξάπλωνε ο πατέρας μου μπρούμυτα και σκυφτό. Κι ενώ πονούσα, συνέχιζα να τους μιλώ βουβά και σαν από αγάπη, τους ράντιζα τα δάκρυά μου, να απαλύνω τις καμένες τους πληγές ετεροχρονισμένα. Κι εκείνοι, όλοι τους-ακούς;- και οι έντεκα, μου ‘λεγαν ιστορίες με θάλασσες και ποτάμια… Αυτό θα πει φίλοι…

Ο πατέρας, έφτανε στ’ αυτί μου και τον άκουγα να με συμβουλεύει να ησυχάσω…

Σσσς…. Σσσσς……….

Και μήπως τί να ‘λεγα και σε ποιόν. Ποιος θα με πίστευε. Ούτε η μαμά  η ίδια δε θα με πίστευε. Κι ας με ρωτούσε αραιά και που, για τις μελανάδες στα χέρια, για τους εμετούς που ξέρναγα συχνά πυκνά-όποτε τον έβλεπα να μπαίνει σπίτι με ζαλισμένο μάτι- και για τους βραδινούς μου εφιάλτες . Έβλεπα, ακούς… έβλεπα μια σκιά να με ζυγώνει και καπνούς. Γίνονταν τότε αυτά πέτρες και λόγχες, κι έπρεπε εγώ σε ‘κείνα να ξαπλώσω. Και μ’ έμπηγαν τη σάρκα και μάτωνα και έπρεπε τότε να το πιω το αίμα μου… Και ξύπναγα δίχως ανάσα και σφυγμό! Ερχόταν τότε η μαμά και μ’ αγκάλιαζε σφιχτά , με φίλαγε στο μέτωπο και μου ‘λεγε χαμηλόφωνα ‘’Σσσσς… Σσσσς……’’ να με καθησυχάσει και μ’ αγρίευε κι άλλο αυτό το σσσσς…. Δεν τ’ άντεχα, ακούς; Ύστερα ξεπρόβαλε  κι εκείνος κάτω απ’ την κάσα της πόρτας μου. Ανήσυχος μήπως και κάτι μου ξέφευγε. ‘’Σσσσς….’’ έλεγε κι εκείνος κι εκείνο το παρατεταμένο σίγμα του, γινόταν λέξεις. Σσσκοτάδι, Σσστρατός, Σσσίσυφος, Σσσαγόνια, Σκαταααά… ‘’Σσσσσσσσσσσσσσσςςςςςςςςς…………………..’’

Ένα Adagio ακούγονταν τις Κυριακές από το απέναντι σπίτι τότε, από ένα δίσκο κάποιου Σέρβου που νοίκιαζε εκεί κι έβγαινα στο μπαλκόνι να πάρω λίγες νότες μέσα μου. Δεν ξέρω τι μ’ άρεζε πιο πολύ σ’ αυτή τη μελαγχολία που έμπαζα εντός μου…

Τώρα στ’ αλήθεια, σ’ αυτό το μαραφέτι το iphone, τα ηχογραφείς όλα που σου λέω; Μπράβο…! Μπράβο ομορφόπαιδο! Σ’ αυτά δε σε φτάνω!

Που λες, κάποια βράδια, ανάβω φωτιές σε κάδους και πάω και στέκομαι απέναντι και βλέπω πανικούς να σουλατσάρουνε στους δρόμους. Σειρήνες, συναγερμοί, τσιρίδες, φωνές, πυροσβεστικές… χαμός. Εγώ στ’ απέναντι παγκάκι, με τα χέρια μου σταυρωμένα πάνω στο μπαστούνι, να χαζεύω… Κάποτε, πήγαινα και κατούραγα στις βιτρίνες των μαγαζιών. Ή πάνω σ’ εφημερίδες στις πολυκατοικίες στις στοές. Βάλανε τις κάμερες μετά. Ακόμη και στις εκκλησίες βάλανε κάμερες. Άκου, ‘κει μ’ άρεζε πιο πολύ από οπουδήποτε να κατουρώ. Μπροστά μπροστά στην είσοδο! Κι έμπαινα κι άναβα έπειτα και δυο κεριά. Ένα για μένα κι ένα για τη μαμά. Να, δυο κεριά. Από λαμπάδες πιο μεγάλα. Να!! Κι έκανα και το σταυρό μου τρεις φορές από συνήθεια. Τώρα τα έκοψα αυτά! Μπήκαν οι κάμερες είπαμε. Και τα κατουρήματα και τα κεριά τα έκοψα.

Της μαμάς το είχα πει από καιρό. Μαμά, εγώ θα φύγω μόλις απολυθώ απ΄ το στρατό. Θα πάω να ζήσω αλλού. Μονάχος! Της το ‘πα κι ας μη με πίστεψε. Και το ΄κανα. Γύρισα σπίτι, ετοίμασα τα πράγματά μου κι έκανα δυο βήματα για την έξοδο. Η μαμά έκλαιγε. Ο πατέρας μόλις γύριζε απ΄ το καφενείο του Δώρη, μαζεύονταν εκεί όλοι οι απόστρατοι. Κατάλαβε ότι την κοπανούσα. Στάθηκε μπρος μου και μου άναψε μια μπάτσα δίχως λόγια. Μόνο που τώρα δεν μπόρεσε να με γυρίσει σβούρες, γιατί εγώ μεγάλωσα κι εκείνος γέρασε πολύ. Και πόσο το χάρηκα εκείνο το χαστούκι!! Αν είχα την παραμικρή αμφιβολία για ό,τι θα ‘κανα, εκείνο το χαστούκι υπέγραψε τη σιγουριά. Γέλασα! Ακούς, γέλασα! Τόσο δυνατά, που φούσκωσα οξυγόνα και κάθε εκπνοή μου τώρα έγραφε στους ουρανούς ‘ξελευθερία’. Και ήταν τόσο ξεκάθαρα γραμμένο, που κι ίδιος ο πατέρας φάνηκε να καταφέρνει να το διαβάσει…

Αυτός ο πόνος στην πλάτη, ώρες ώρες, διάολε! Πού κρυολόγησα καλοκαιριάτικα…

Τον άλλαξα τον κόσμο μου. Γίνηκα ηλεκτρολόγος. Ο καλύτερος! Κι όταν παντρεύτηκα τη Αναστασία, στην αρχή, γέμισε η ζωή μου με αγάπες. Μα με φοβήθηκα όταν γεννήθηκε η μικρή! Φοβήθηκα και με τρόμαξα όταν έπρεπε ν ‘αγγίξω το κορμάκι της για να την ξεσκατώσω, για να την μπανιαρίσω, να της χτενίσω τα μαλλάκια… Και πόσο όμορφα που μύριζε όλη, η μικρή μου! Φοβήθηκα τόσο, που την αρνήθηκα. Και σύντομα, τ’ άρρωστο το μυαλό μου τις έκανε και τις δυο τους ένα Χι, ίσαμε με το ταβάνι στο παιδικό δωμάτιό μου! Φύγε Τηλέμαχε, είπα, μην κάνεις το κακό! Φύγε!  Ο καρκίνος της Αναστασίας θα έφερνε τη μικρή πιο κοντά σε μένα, κι αυτό ίσως να ήταν επικίνδυνο… και όλα τα άλλα, ήταν δικαιολογίες.

Τον άλλαξα τον κόσμο μου όμως, έστω και τόσο δα! Άκου, ‘’Κι είμαστε τόσο μικροί ν’ αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά και τόσο μεγάλοι, για να τον αφήσουμε έτσι!!’’ κι αυτό δικό μου. Τάδε έφη, Τηλέμαχος! Καλό;; Χαα …στο είπα, θ’ ακούσεις από εμένα τέτοια!!

Τώρα θα μου πεις, γιατί σε φώναξα στο σπίτι μου αρχές καλοκαιριού. Και γιατί τάχα εσένα; Κι άνοιξη να’ τανε και χειμώνας, το ίδιο κάνει. Έτυχε! Έτυχε να ‘ναι καλοκαίρι! Κι όσο για ‘σένα, σε βλέπω τόσα χρόνια στην οικοδομή  από μακριά. Φαίνεται  ο άνθρωπος ο αγνός, ο τίμιος! Σ’ εμπιστεύομαι! Όχι σαν την άλλη…

Σ’ αφήνω εδώ στο φάκελο δυο επιταγές στ’ όνομα τους. Μια στης Αναστασίας τ’ όνομα-αν δε ζει, θα τα πάρει αργότερα η μικρή μου- και μια στ’ όνομα της μικρής, της Ιζαμπούς, που θα μεγάλωσε τώρα. Αυτά που ‘γραψες στο τηλέφωνο, τα δίνεις να τ’ ακούσουν. Διόλου δε ντρέπομαι.  Ας τα μάθουν όλα. Να και η διεύθυνση.

Εδώ τώρα, σου λέω και το εξής. Αύριο το πρωί, θα πάω στο μνήμα του πατέρα. Αγορασμένος, οικογενειακός! Ματαιοδοξία που ‘χει ο άνθρωπος… Τη μαμά βέβαια, που πέθανε έξι χρόνια αργότερα, σιγά μην την έβαζα μαζί του. Αλλού… μακριά απ’ αυτόνε! Στην ησυχία του χωριού της… Ένας θεός θα ξέρει τι υπέφερε μονάχα. Λοιπόν, άκου… θα πάω στο μνήμα του, θα ξαπλωθώ από πάνω, ζωσμένος εκρηκτικά- σ’ αυτά δε με πιάνει κανείς- και θα μας εξαφανίσω.  Να μη μείνει ούτε δείγμα μας. Και σα σκόνη, πάλι κακό μπορεί να κάνουμε… Σα να μην υπήρξαμε ποτέ. Ακούς, ποτέ!

Τι μωρέ διάολε, μην τα χάνεις. Δέστε τον πως έγινε… Βρε, πρέπει να εξαφανιστούμε. Μήτε κόκαλό μας δεν πρέπει ν’ αναπαύεται στο χώμα. Για κακό ήρθαμε μόνο, για κακό!

Ωχ μωρέ διάολε, αυτός ο πόνος στην πλάτη… ωχ… πνίγομαι… πνίγομαι ωωωωχ… διάολε!! Ωωωωωχ…. Με σφίγγει το στήθος, ωχ……..

Πάρε τ’ ασθενοφόρο… να προλάβω αύριο… να προλάβω να τον τινάξω τον πατέρα κι όσους έχει μέσα το μνήμα. Όλους!!Και μη με, ωχ…. μη με καθησυχάζεις με σσσς….. ωχ…

 

Όχι σσσς… Όοοοχι άλλο σσσς…! Ακούς; Ακούς;!!!