Scroll to top
Back
free giorgios_kasapidis

Το δίκαννο

  • Κείμενο:

    γιώργος_κασαπίδης

  • Φωτογραφίες:

    γιώργος_κασαπίδης

  • Ημερομηνία:

    Απρίλιος 2018

  • Επιμέλεια:

    ιάκωβος_καγκελίδης

Scroll

Το δίκαννο

Γύριζα άσκοπα στους δρόμους κλωτσώντας ένα αδειανό κουτί αλουμίνι. Καθόλου δε βιαζόμουν. Κι όλο κλωτσούσα το κουτί. Μέσα η ζωή μου! Και δώστου δίχως σταματημό. Σε μια μουγκή σκέψη, όπως συνήθως είναι κάθε σκέψη. Kαι μια ατάραχη ανησυχία να με καταδιώκει. Μόλις τον είχα σκοτώσει βλέπεις. Έτσι, στο πράττω δίχως νου. Στο εν βρασμώ ψυχής. Στο δίκαιο του δικού μου δίκιου…

Ποτέ μου δεν τον συμπάθησα. Ποτέ μου! Τον μίσησα! Αν μετανιώνω τώρα; Ναι  ͘ίσως  επειδή τον καθάρισα αμέσως. Δίχως να τον τυραννήσω διόλου. Ναι, του άξιζε του πούστη!

Γείτονας. Ένα κάγκελο μας χώριζε. Γεροντοπαλίκαρο. Στα πενήντα κοντά- σκατά στα μούτρα του- με ιδιοτροπίες χίλιες και μια ψυχή αγκάθι, φυτεμένη στο ομολογουμένως καλοκρατημένο κορμί του. Μήτε καλημέρα δεν έλεγε, νε στους δικούς μου, νε σε μένα και τ’ αδέρφια μου. Άλλα δυο, μικρότερα ‘κείνα. Δεν τον λογάριαζα και πολύ και πάντα τον προκαλούσα.

‘’Παππού, για δεν παντρεύεσαι μωρέ, μονάχος θ’ αποθάνεις’’.

Ερχότανε τότε που λες χαιρέκακα στην άκρη του φράχτη και μου ‘λεγε κρυφά και συνωμοτικά στ’ αφτί

‘’ ’Σεις είστε τα παιδιά μου κι η μάνα σας κυρά μου’’

‘’Η μάνα μ’ έχει άντρα και…’’ φτου, τον έφτυνα άλλες στα μούτρα κι άλλες στα ρούχα πάνω, όπου έπιανε

‘’Δικιά μου είναι η μάνα σου. Δικιά μου!! Και ξερ’ς γιατί; Γιατί εκείνος έχει την ‘κακιά’ και θα σκορπίσει σύντομα’’ και του ‘ριχνα  άλλο ένα σάλιο όπου τον πάρει, να τον σιχάνει όλο, τον σιχαμένο πούστη.

Οι μικροί δεν πιάνανε και πολλά απ’ τα λόγια του, εμένα όμως με χώλαινε ολόκληρο. Άκου έχει την ‘κακιά’!!

‘’Εσύ κι μάνα σου την έχετε ρε. Στην ψυχή και στο σώμα! ‘Σεις να ψοφήσετε’’

Κι αν υπήρχε θεός, σ’ αυτούς θα την έστελνε πρώτα. Που πας κι έρχεσαι όμως, δες που ο ακατανόμαστος βγήκε αληθινός προφήτης και τον πατέρα τον βρήκε η αρρώστια η ‘’όξω από ΄δω’’ και σ’ ένα εξάμηνο έμεινε από μισός πιο λίγος, χλόμιασε η όψη του-κίτρινη-, βασίλεψαν τα μαύρα του τα μάτια κι έγινε άλλος κι έφυγε από το σπιτικό μας, πριν καν καλά καλά πεθάνει. Ρώταγαν τα δυο μικρά μας, ‘μένα που μ’ είχαν θάρρος, γιατί άλλαξε έτσι ο πατέρας, λέγαν πως ‘θέλαν τον παλιό, τον δίμετρο με τις φαρδιές τις πλάτες… και λόγια δε μου περίσσευαν κι εμένα, πόνους να απαλύνω. Κι όταν το αναπόφευκτο γίνηκε παρόν-μαύρο παρόν- και τώρα, η μάνα γίνηκε καλιακούδα και γύριζε σκιά μέσα στο σπίτι κι έτριζε και μάγκωνε πάνω μας, σε πόρτες και κρεβάτια. Τί να σου κάνω κι εγώ, δεκατριώ  χρονώ αντράκι. ‘Μένα να βοηθήσω, τα μικρά-πέντε κι εφτά- ή στη μάνα παρηγοριά να δώσω; Τα ‘χασα! Και φτώχεια να μη μας λείπει. Όλη δικιά μας. Ρέστα μηδέν!

Ο θείος ο Ανέστης ο αδερφός της από τα Σέρρας, μετά το εξάμηνο την έπιασε και τη δασκάλεψε

‘’Νέα είσαι ακόμη. Τριανταδυό δε λες, όμορφη και δροσερή όπως τα κρύα τα νερά… Τρία κουτσούβελα όμως σέρνεις ξοπίσω. Στόματα. Πώς θα τα βολέψεις. Να, έλεγα… επειδή ο κυρ- Μαρίνος σε βλέπει και λιώνει, ξέρεις που μένει δίπλα… κι από λεφτά, τηράς μονάχη… Έλεγα που λες, επειδή ο ίδιος μ’ έπιασε… να για τα παιδιά… να μην τους λείψει κάτι. Σαν παιδιά του λέει θα τα ‘χει…’’

Και πες και πες και πάλι πες, στο χρόνο πάνω κάνανε και το γάμο-μη φανταστείς κάτι σπουδαίο, η μάνα  όλα του τ’ αρνούνταν- και κουβαλήθηκε δίπλα σ’ εμάς

‘’Για να μη ξεσηκώνονται μωρ’ τα παιδιά κι αλλάζουν περιβάλλον’’ κι αηδίες!

Την πρώτη μέρα που πέρασε το κατώφλι μας δεν την αλησμονώ. Είχε ένα κρυφό χαμόγελο, ο πούστης, πέρα για πέρα. Έφαγαν όλοι μαζί- ‘γώ δε σίμωνα- κι έκατσε και στην καρέκλα του πατέρα. Γιατί ρε μάνα στην καρέκλα του πατέρα, ε γιατί;;;  Κι έπειτα ξάπλωσε στην κάμαρη τους και ροχάλιζε επί ώρες κι εμένα αγκίστρια μου στρίβαν τα ‘ντερα, τα μάτωναν, τα πνίγαν.

Πέρασαν τρία χρόνια και κουβέντα δεν του ‘δωσα. Αυτός μπροστά στη μάνα, μου μίλαε γλυκά και με καλόπαιρνε. Μάλιστα, μου ‘ταξε να μου πάρει και ποδήλατο το καλοκαίρι που ‘φτανε. Μωρ’ ούτε την ευχή του. Μόλις όμως που λες, έλειπαν οι άλλοι κι ήμασταν μονάχοι, με κοίταζε ειρωνικά και χωρίς να μιλήσει, έσταζε πάνω μου φαρμάκια γεμάτος ικανοποίηση. Ήταν σα να μου ‘λεγε,’’ Στα ‘λεγα ‘γω, δε στα ‘λεγα’’, ο πούστης!

Με τα μικρά, δεν ήταν ότι τα πήγαινε καλά- τον ψάχνανε τον πατέρα τ’ αφιλότιμα ‘κόμη- αλλά  τουλάχιστον δεν τα χτύπαε. Για τη μάνα στεναχωριόμουν… Ποτέ δεν τον αγάπησε, μα τί λέω, ούτε καν φάνηκε να τον συμπαθεί. Για μας θυσιαζότανε και τούτο ανυπόφορο ήταν. Άρε μάνα, που τον έμπαζες στην κάμαρή σου μέσα, στη δεξιά μεριά του κρεβατιού και του ‘πλενες τα πόδια πριν κοιμηθεί. Μες τη λεκάνη την τσίγκινη κι έπειτα φύλαες το νερό ,του άπλυτου, ως το ξημέρωμα, γιατί άλλη γρουσουζιά δεν άντεχες να ζήσεις, κι έπειτα το ‘χυνες στην πίσω αυλή στο πρώτο φως. Μονάχα τότε!

‘Κείνη τη μέρα μας έστειλαν και του τρεις στα Σέρρας, στο θείο. Μόνο που εγώ δεν μπήκα στο λεωφορείο. Το ‘σκασα. Πού όρεξη για ταξίδια και χαρές. Γύριζα όμοιος μ’ ευχή που ξεστρατεί  σε δρόμους μέσα, και με κατάρα, που ψάχνει την κατάλληλη στιγμή για να ξεράσει πίκρες.

Και είναι κάποια πράγματα- θα έχεις κι εσύ τα δικά σου, δεν μπορεί- που ποτέ σου δε θέλεις να φαντάζεσαι ότι γίνονται ή ότι θα γίνουν. Ξέρεις ότι συμβαίνουν ή το υποψιάζεσαι, αλλά βρε παιδί μου δε σου ταιριάζουν μέσα σου, μήτ’ όξω. Με καμιά Παναγιά. Μιλάς, για παράδειγμα, ακούς και ξέρεις για το θάνατο τόσα, μα τον δικό σου δε θέλεις να τον δεις. Ειδικά αν είσαι παιδί. Ή την περίπτωση να μείνεις ανάπηρος ή φυλακισμένος ή να ζήσεις κάποιον πόλεμο… Τ’ αποφεύγεις… Ή και πιο απλά πράγματα δε θέλεις να τα δεις όταν είσαι παιδί και δεν τα φαντάζεσαι. Στρέφεσαι αλλού. Θαρρείς καμιά φορά δε θα φιλήσεις κόρη, πως δε θ’ αγαπηθείς, έρωτα δε θα κάνεις. Ααα αυτό! Έρωτα… Πού να το βάλεις και πώς να χωρέσει στο παιδικό κεφάλι. Τ’ αποδιώχνει, όσο και να το θέλγει. Για σκέψου τώρα, να ειδείς τη μάνα σου την ίδια, στα τέσσερα με τον βρωμιάρη πάνω της να χύνεται στις πλάτες της, απάνω στην καργιόλα την παλιά. Ποιανού; Του πατέρα σου!!! Στο κρεβάτι του το ίδιο, με το μεταλλικό κεφαλάρι που το πετρελαίωνε για να διώξουνε του ψύλλους. Στο στρώμα που ξεψύχησε, στα σεντόνια της γιαγιάς της Λένγκως , που του ‘δωσε για προίκα κι όλο το ‘λεγε με καμάρι και το ξανάλεγε ο έρμος ‘’ Της μάνας μου είναι, είδες;! Προικιό για μένα!!’’, στο μαξιλάρι του το παραγεμισμένο από μαλλί προβάτου, που άμα το ξάπλωνες τα βράδια έφευγε η κούραση μεμιάς ως το πουρνό!

‘Κει πάνω τους βρήκα ͘ σχεδόν να τη βιάζει, εκείνη να το δέχεται σαν από υποχρέωση και να τις φεύγουν δάκρυα απ΄τα πληγωμένα μάτια της κι ο πούστης να λυσσά και να τη βρίζει και σάλια να του τρέχουνε και μύξες και να φωνάζει, να τις τραβάει τα μαλλιά, να τη χτυπά…

Ώρε μάνα… ώρε μάνααα!

Έμεινα λίγο σαστισμένος

Με είδανε κι οι δυο

Η μάνα έτρεξε ξοπίσω μου… Να ντύνεται πανικούς, το δεξί ζερβά, το κάτω αλλού, και να στραβοπατά στα εσώρουχά της, στις παντούφλες, στα σεντόνια της σχωρεμένης της γιαγιάς, σε ιδρώτες βιασμένους, σε δάκρυα ντροπής απελπισμένης.

Πήγα ευθεία στο παρακέλι

Κατέβασα το δίκαννο του πατέρα

Έφερα γύρα το σπίτι

Στο παράθυρό του έφτασα

Ξάπλωνε ανέμελος ο πούστης

Έδωσα μια στο τζάμι

Το ‘φερα κάτω

Έδωσα μια και δυο, δεν ξέρω πόσες

Τον άπλωσα στο χώμα

 

Γύριζα άσκοπα στους δρόμους, κλωτσώντας ένα αδειανό κουτί αλουμίνι

Καλά του έκανα του πούστη

Άντρας, χρονώ δεκάξι!