Scroll to top
Back
free giorgios_kasapidis

«Το Γράμμα»

  • Κείμενο:

    γιώργος_κασαπίδης

  • Φωτογραφίες:

    γιώργος_κασαπίδης

  • Ημερομηνία:

    Μάιος 2018

  • Επιμέλεια:

    ιάκωβος_καγκελίδης

Scroll

…για δυο μόνο στιγμές

«Πέθανε; Δηλαδή, πως πέθανε;» κι άφησα την τελευταία μου λέξη να εκκρεμεί. Ύστερα κατέβασα το ακουστικό και συλλογίστηκα. Πώς γίνεται να πέθανε ο παππούς ο Χρύσανθος, ο αδελφός του παππού μου του Στάθε. Πως γίνεται;

Μα για να πω την αλήθεια, τους τελευταίους τέσσερις μήνες, είχε γίνει ένα με το στρώμα, η καρδιά του είχε αποδυναμωθεί, ο ζάχαρος τον είχε κάνει σιρόπι και τα πνευμόνια του φούσκωναν μόνο με φιάλες οξυγόνου. Άρα ο παππούς ο Χρύσανθος, δεν ήταν από τις περιπτώσεις που λένε, ποιος να το περίμενε. Και όσο να ‘ναι, τα είχε τα χρονάκια του. Ογδόντα πατημένα.

Τον παππού τον Χρύσανθο, του είχα ιδιαίτερη αδυναμία ή μάλλον για ν’ ακριβολογώ, ο συνδυασμός του με τη γιαγιά τη Φρόσω έφερνε αυτή την απόλυτη αύρα. Χατίρι δε μας χάλαγε κανένας τους και μάλιστα ο παππούς ο Χρύσανθος, μας έκανε τόσα παιχνίδια και μας έλεγε τόσες ιστορίες από τον κατοχικό πόλεμο, που μαζευόμασταν γύρω του, χελιδονάκια πεινασμένα για μια του λέξη. Κι εκείνος ακούραστος μας διηγούταν θεατρικά τις περιπέτειές του. Σηκωνόταν όρθιος, έσκιζε τον αέρα με τις χερούκλες του, έδινε πάντα μια ξεχωριστή παράσταση και με χαρακτηριστική άνεση, μας μετέφερε από τα σύνορα της Αλβανίας, έως τη σφαίρα που του ‘σκισε στα δυο το δεξιό του αφτί. «Είχα το τίμιο ξύλο πάνω μου» έλεγε. «Βρε παππού, πόσο μεγάλος ήταν ο σταυρός του Χριστού κι έφτασε να μοιραστεί σ’ όλο τον κόσμο;» «Δεν ξέρετε εσείς» έλεγε μια στα ελληνικά και επαύξανε «Κι ξέρετε…!» εις την ποντιακή.

Ήμουν ο μοναδικός ‘παρεγγονός’ που σύχναζα σπίτι τους καθημερινά και με είχαν στα ώπα ώπα. Οι άλλοι, τρεις στο σύνολο δίχως εμένα, περνούσαν μια στο τόσο. Με μια χούφτα μαντζούνια καραμέλες με υποδεχόταν και η χαρά του ήταν τόση, που μόλις μ’ έβλεπε, έκανε στροφές γύρω από τον εαυτό του για να εκτονώσει κάπως την έντασή του.

Με τον παππού το Στάθε, δε μιλιόταν χρόνια τώρα. Δεν ήξερα το γιατί… Δικά τους θέματα, μου λέγαν. Εμένα πάντως μου επέτρεπε να πηγαίνω. Λίγο διστακτικά μεν, αλλά μ’ άφηνε δε μπορώ να πω. Η γιαγιά η Φρόσω λέγανε, πως ήταν στείρα κι έτσι δεν ευτύχησαν να χαρούν παιδιά. Μόνη τους παρηγοριά, εγώ και τα ξαδέλφια μου… αα και για χρόνια πολλά πολλά, ίσαμε δεκαοχτώ, η σκυλίτσα τους η Νούλα.

Εκείνη τη νύχτα που μας άφησε ο παππούς ο Χρύσανθος, φύσαε μανιασμένα και η ατμόσφαιρα στο σπίτι του ήταν ηλεκτρισμένη. Οι λαμαρίνες από την παλιά κεραμοσκεπή, χαστούκιζαν θαρρείς την Άνοιξη που τόλμησε να ‘ρθει κι έφερε μαζί της το κακό στ’ αφεντικό τους. «Τι σόι Άνοιξη είσαι εσύ και ποιος σε κάλεσε στο φτωχικό μας» λέγαν.

Κανείς δεν ήξερε τις διαθέσεις του παππού του Στάθε. Θα ερχόταν ν’ αποχαιρετήσει άραγε τον αδελφό; Ή μήπως θα κουβάλαε πείσμα και γινάτι -και πόσα άλλα, που μοναχά αυτοί γνωρίζαν- ακόμη και τούτη την άγρια μέρα. Θα παραμέριζε τις διαφορές τους και θα συγχωρούσε τον αδελφό του ή ο τοίχος που είχε υψωθεί ήταν αξεπέραστος;

Οι λαμαρίνες μοιρολογούσαν ανατριχιαστικά.

Πλήθος λουλουδιών θρηνούσαν γοερά.

Εμείς βουβοί, μπρος σε σκεπασμένους καθρέφτες, σε κεριά και σε σκέτους ελληνικούς.

Ο παππούς ο Χρύσανθος πιο ήρεμος από ποτέ -δε θύμιζε καθόλου, που να πάρει, τον εαυτό του- είχε ξαπλωθεί, ξουρισμένος, γυαλισμένος, σιδερωμένος… του κουτιού!! Σαν κάτι να περίμενε…

Και κάπου εκεί, εμφανίστηκε ο παππούς ο Στάθες. Με βήμα αργό, μπαστουνοντροπιασμένο, με το κοστούμι το καλό, ‘κείνο το γκρι με την ψιλή τη ρίγα, υφασμένο ναφθαλίνες, που το ντυνόταν στις μεγάλες τις στιγμές, όπως εκείνη, που συνάντησε κάποιον συγχωριανό του πατέρα του απ’ την ‘πατρίδα. Τέτοιο γλέντι δε ματάδα. Όλη τη γειτονιά την πότισε κρασί ο παππούς κι ο κεμεντζές… ως το πρωί. Και πάντα έλεγε από τότε με περηφάνεια «Ατότες, επίκαμε έναν μουχαμπέτ, εσκόθαν ουλ σο ποδάρ». Κρατούσε λοιπόν σαν ήρθε κι ένα τριαντάφυλλο στο χέρι, μαζί με το μαντήλι του και φόραγε τα μαύρα τα σκαρπίνια, που είχαν πάρει το σχήμα των παραμορφωμένων από τ’ αρθριτικά πελμάτων του. Κουβάλαε μαζί του κι εκείνο το δάκρυ, που έσταζε απ’ το ένα μόνο μάτι του αδιάκοπα, σα να θρηνούσε χρόνια τώρα κάτι.

Ακόμη δεν κατάλαβα πώς και από πού βγήκε η φωνή του και γέμισε τη νύχτα και την κάμαρα. Δε μίλησε μήτε πριν, ούτε μετά. Τραγούδησε μονάχα!

‘Ενενήντα Χορτοθέρ’
έκλαψαν ουλ τεμετέρ
Ο χάρος εσέγκεν νισάν
κι επέρεν τον πασά μ’‘
……………………………………………………
……………………………………………………

(Τον Ιούλιο του 1990
έκλαψαν όλοι οι δικοί μας
Ο χάρος έβαλε σημάδι
και πήρε τον αδελφό μου)
……………………………………………
……………………………………………

Στάθηκε για λίγο δίπλα του, τον νεκροφίλησε και χάθηκε στις σιωπές του και στο μοιρολόι της λαμαρίνας. Ακούμπησε το τριαντάφυλλο στην καρδιά του νεκρού.

Μαζί του είχε έρθει και η γιαγιά η Αγνή. Εκείνη έμεινε ως το ξημέρωμα. Μένα δε με σήκωνε κανείς! Η γιαγιά η Αγνή, καθόταν όλο το βράδυ δίπλα του, μα δεν έκλεγε μήτε μιλούσε. Μονάχα ρουφούσε την εικόνα του… Κάποια στιγμή, δειλά δειλά, έφερε το χέρι της στα δικά του και θαρρώ με τον παράμεσο -ναι, ναι με τον παράμεσο- τον χάιδεψε ελαφρά. Έπειτα προσεχτικά κι αφότου πίστεψε πως ήταν μοναχή, έβγαλε απ’ τα στήθη της ένα γράμμα και τ’ άφησε κάτω απ’ τις κρύες του παλάμες. Είχε περάσει τις εφτά και ο ήλιος άρχισε να υψώνεται για τα καλά, φρέσκος και ζωντανός. Σε πλήρη αντίθεση με τον παππού τον Χρύσανθο. Η γιαγιά η Αγνή, γλίστρησε ανάμεσα στον κόσμο που άρχισε να ‘ρχεται και πήρε το δρόμο για το σπίτι.

Άμα μπει ο διάολος μέσα σου, σου μπήκε βρε παιδί μου, πάει τέλειωσε. Ε, ακριβώς έτσι κι εμένα. Μπήκα στον πειρασμό και τ’ άρπαξα κλεφτά το γράμμα. Δίχως να κοιτώ το παππού τον Χρύσανθο, γιατί τον ντράπηκα πολύ και τον φοβήθηκα για να ‘μαι ειλικρινής, σήκωσα τα δεμένα του χέρια -γιατί δεμένα, απόρεσα- πήρα το γράμμα και το ‘βαλα στα πόδια. Μόνος μάρτυς της στιγμής, η εικόνα της Παναγιάς, που λένε πως όπως ο Θεός, έτσι κι αυτή, αγαπάει τον κλέφτη. Παρακάτω δεν ξέρω… Τσιμουδιά η Παναγιά. Σύμμαχος!

Χρόνια περάσαν από τότε, φύγανε και ο παππούς ο Στάθες και η γιαγιά η Αγνή. Μόνο η γιαγιά η Φρόσω έμεινε μαζί μας. Πηγαίνω που λες και τη βλέπω τακτικά. Το γράμμα; Το γράμμα δεν τ’ άνοιξα ποτέ. Μένει βουβό και σκοτεινό. Σιωπηλό και νυχτωμένο… Εκείνο ξέρει τα δικά του κι εγώ πια, με τη βοήθεια της γιαγιάς της Φρόσως την αλήθεια.

Ο πατέρας μου, ήτανε γιος του Χρύσανθου και της Αγνής. Η αγάπη με τη Νούλα του, όπως μόνον αυτός την έλεγε κρυφά απ’ όλους -εξού και η σκυλίτσα- παιδική, μετά εφηβική και ύστερα… αρραβωνιάστηκαν τον πόλεμο.

Ο Στάθες παντρεύτηκε την Αγνή, όταν ο Χρύσανθος θεωρήθηκε νεκρός. Έτσι λέγανε πως έπρεπε ο αδελφός να κάνει. Κι έτσι έκανε! Και την αγάπησε πολύ την Αγνή του, με αγάπη παράφορη. Κι όταν επέστρεψε τραυματίας ο Χρύσανθος, ενάμιση χρόνο μετά, τα πράγματα είχαν πάρει τη ρότα τους, ανεπιστρεπτί. Το πάθος τους όμως, λερναία ύδρα, τα νίκησε όλα, έστω για δυο μόνο στιγμές. Για δύο μόνο. ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΔΥΟ!!! Τότε που λιώσανε μαζί και γίναν στάχτες…Τα η μια από αυτές, η Αγνή ‘έπιασε’ τον μπαμπά.

Το ‘ξερε ο Στάθες, το ‘ξερε…

Το ‘ξερε ο Χρύσανθος, το ‘ξερε…

Το μυστικό είχε ρίζες.

Και οι ρίζες γεννοβολούνε μυστικά.

Και όσο πιο βαθιά στο χώμα εσύ τα θάβεις, τόσο πιο δυνατά βαστούν, αντέχουν, μα κάποτε καρπίζουν.

Τούτο το μυστικό ήταν βαρύ

Ο Στάθες, το ‘σερνε χρόνια με αλυσίδες σκουριασμένες μοναχός

Ο Χρύσανθος, το φόρτωσε όλο στο Φροσί

Και η Αγνή, ποιος ξέρει;

Όσο για τη γιαγιά τη Φρόσω… σε Ιώβεια χαρακώματα ανασαίνει!