Scroll to top
Back
free giorgios_kasapidis

Το κλουβί

  • Κείμενο:

    γιώργος_κασαπίδης

  • Φωτογραφίες:

    γιώργος_κασαπίδης

  • Ημερομηνία:

    Μάιος 2018

  • Επιμέλεια:

    ιάκωβος_καγκελίδης

Scroll

‘’ Ήξερες, ότι όταν δημιουργούν φουσκάλες οι σταγόνες της βροχής στα λιμνάζοντα νερά, σύντομα αυτή θα κόψει;’’

Μέσα Μάη κάθε χρόνο, γύριζε ο ήλιος το μεσημέρι κι έβρισκε τον απέναντι ηλιακό έτσι, ώστε εκείνος να στέλνει μεσ’ το δωμάτιο μου τις καυτές του ακτίνες. Έγλειφε λίγο τα κρόσσια της τέντας και χύμαε λυσσασμένος από την μπαλκονόπορτα και τύφλωνε… Πάντα προνοούσα κι έκλεινα λίγο τα παντζούρια μου πριν να πλαγιάσω, μα έλα που σήμερα, σύρθηκα σχεδόν στο κρεβάτι μου ελαφρώς μεθυσμένος και δε σκέφτηκα τίποτα.  Από τη μια ο μεσημεριανός ήλιος λοιπόν, τα οξέα απ’ τα κρεμμύδια και οι εικοσιδυό βαθμοί αλκοόλης απ’ τα τσίπουρα που ανέβαιναν από τη χαλάρωση της διαφραγματοκήλης μου     -της μάνας μου σκαρί!- και από την άλλη, η στεντόρεια  φωνή του πρωθυπουργού μέσω τηλεόρασης, που για άλλη μια φορά ανακοίνωνε την οριστική μας έξοδο από τα μνημόνια. Κερασάκι σ’ όλ’ αυτά ο μπαμπάς! Αχ μωρέ μπαμπά! Τί φταις κι εσύ… Ξανά και ξανά καθημερνά κι ολημερίς, τα ίδια και τα ίδια.

‘’ Ήξερες, ότι όταν δημιουργούν φουσκάλες οι σταγόνες της βροχής στα λιμνάζοντα νερά, σύντομα αυτή θα κόψει;’’ ξαναείπε στην είσοδο της κάμαρής μου, κοιτάζοντας σε κενά.

‘’Ναι βρε μπαμπά, ναι. Όλα τα ξέρω, όλα… Μόνο σταμάτα να χαρείς!’’

‘’ Ήξερες, ότι όταν…’’

‘’Ναι γαμώ την αρρώστια μου και την τύχη μου, ναι!!! Ναι μπαμπά μου, ναι!!’’ τον έκοψα, μι' απότομα και νευρικά και …δυο μετανοιωμένα.

Γύρισε σχεδόν χορευτικά προς το διάδρομο κι έπειτα βάδισε προς το δωμάτιό του. Αργά. Σβαρνώντας  τις παντόφλες του. Αθόρυβος… Γνώριζα ακριβώς το πού θα πήγαινε. Θα στεκόταν μπροστά στο κλουβί τους για ώρες ήσυχος. Θα καθάριζε με τα πανάκια του, σχολαστικά, κάθε καγκελάκι, κάθε τι γυαλισμένο και πεντακάθαρο από τα πριν. Ασταμάτητα, άοκνα, αγόγγυστα. Το κλουβί τους-δικό του και της μαμάς – έμοιαζε για τον ίδιο, με εικονοστάσι πιστών, με φωτογραφικό άλμπουμ, με τόπο ιερό. Το αγόρασαν στο μοναδικό τους ταξίδι- δεν περίσσεψε ποτέ χρήμα και χρόνος γι’ άλλα- πριν από πολλά χρόνια, νέοι νεότατοι, από την Κέρκυρα. Κάθε χρόνο αγόραζαν ένα ζευγάρι καναρίνια. Σύντομα άνοιγαν την πορτούλα του κλουβιού και τα επέτρεπαν να κάνουν ότι θέλουν. Εκείνα το έσκαγαν σε κοντινά ‘ταξίδια’ μεσ’ στο σπίτι κι επέστρεφαν . Η πορτούλα έμενε από τότε ανοιχτή για πάντα. Έδινε ο ένας στον άλλο τότε, ένα φιλί αγάπης κι όρκου κι άνοιγαν τα παραθυρόφυλλα τραγουδώντας, και όλα μοιάζανε Κυριακή…

Η μάνα μου σαν σήμερα πριν από δύο χρόνια ‘σχωρέθηκε. Έβρεχε βροχή βροχές κείνη τη μέρα. Όλοι το πήραμε βαριά, μα πιο πολύ εκείνος. Έκανε που λες, ένας διακόπτης μέσα του κλικ, κι όλα άλλαξαν θαρρείς αμέσως και για πάντα. Δεν ξαναγόρασε πουλιά. Σφάλισε  την πόρτα του κλουβιού και δεν ξαναμίλησε παρά για τις φουσκάλες της βροχής. Κουβέντα άλλη!

Γι’ αυτό μεράκλωσα κι εγώ τούτη τη μέρα. Τη θυμήθηκα πάλι. Θυμήθηκα πόσο πολύ μου λείπει… Στου Μάη τις χαρές διάλεξες μωρ’ μάνα, ψέλλισα κι απάντηση καμιά δεν πήρα.  Μέχρι το βράδυ, ο μπαμπάς, ήρθε κάνα δυο φορές προς το δωμάτιο μου, να με ρωτήσει αν ξέρω για τις φουσκάλες της βροχής… Τη δεύτερη, ναι τη δεύτερη, καλά θυμάμαι ͘ τον αγκάλιασα - τί μικρός που έμοιαζε πια…- του χτένισα τα μαλλιά, του ‘πλυνα το πρόσωπο, τον τάισα, πήρα και το 'κοψα τα νύχια και τον βεβαίωσα ότι πρώτη φορά μου άκουγα για τις φουσκάλες της βροχής. Πρώτη! Τον σκέπασα, έβαλα χαμηλά το ράδιο να παίζει για να τον νανουρίσει και τράβηξα την πόρτα του ελαφρώς. Κόντευε τις εννιάμιση…

Ποτέ του δε μ’ ενόχλησε βραδιάτικα. Σπάνια θα σηκωνόταν. Ίσως για κατούρημα κάποιες φορές. Κι έπειτα περίπου στις πέντε τα χαράματα, τον άκουγα π’ άρχιζε να καθαρίζει το κλουβί του μεθοδικά,  προσηλωμένος στο σημαντικό του έργο.

Ξύπνησα περίπου στις έξι. Ένα κόκκινο φως έκλαιγε δειλά στο περίγραμμα κάποιου σύννεφου. Ξύπναγε κι η μέρα, βιαστική! Το σπίτι μας είχε μια δροσερή ησυχία τούτο το πρωινό, που μου ριγούσε τη ραχοκοκαλιά. Οι ησυχίες πάντα με τρόμαζαν. Κάποιος έβαζε μπρος τ’ αμάξι του εκείνη την ώρα… Στο βάθος ακούγονταν ένας ξεψύχης συναγερμός… Ένα θηλυκό σπουργίτι έξυνε στο κάγκελο του μπαλκονιού μου το ράμφος του… Μέσα στο σπίτι όμως τ’ απόλυτο άηχο. Μήτε καν το ψυγείο δε δούλευε κείνη τη στιγμή! Ούτε το ραδιόφωνό του. Περίεργο! Οι ησυχίες πάντα με τρόμαζαν. Κρυβόμουν πάντα  στα στήθη της μάνας και άκουγα την καρδιά της να μου ξομολογεί ηρεμίες.  Τι καλά να τον άκουγα να ‘σκαλίζει’ τώρα δα το κλουβί… Τι καλά να τον άκουγα να μου ‘λεγε για τις σταγόνες της βροχής… Κι αυτή η ησυχία, που ερχόταν σαν πυρκαγιά απ’ το δωμάτιό του και με κατάκαιε ολοσχερώς. Τί ζητάω μωρέ, έναν ήχο ζωής, ένα κάτι… Και δεν έχω το κουράγιο να του φωνάξω μια λέξη, να γίνω αντίλαλος, να ξεθαρρέψω λίγο!

Πήγα! Έσπρωξα αργά την πόρτα του τη μισάνοιχτη. Το φως της κάμαρης βιβλικό. Το κρεβάτι στρωμένο. Τα παραθυρόφυλλα ορθάνοιχτα. Πρώτη φορά απ’ τα τότε. Το κλουβί τους διάπλατα ανοιχτό. Πρώτη φορά απ’ τα τότε. Ένα φύλλο χαρτί πιασμένο πάνω στο κλαδάκι του κλουβιού. Κι ο πατέρας μετέωρος. Στα γαμπριάτικά του. Με ένα σχοινί, ανάποδη γραβάτα. Ήρεμος όπως πάντα. Ένα στεγνό δάκρυ χώριζε το μάγουλό του στα δυο. Το σκαμνί του …νεκρό!

‘’Ελευθερώθηκα… Θ’ αναληφθώ σ’ εκείνη… Σ’ αγαπώ μικρέ μου’’ έγραφε

Οι ησυχίες πάντα με τρόμαζαν!

Ευτυχώς πήρε μπροστά το ψυγείο…

Ευτυχώς!